
Μια ανώνυμη καταγγελία, που έφτασε στην Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων πριν από περισσότερο από πεντέμισι χρόνια, αποτέλεσε την σπίθα για τις ραγδαίες και συνταρακτικές εξελίξεις που συγκλόνισαν τον Οργανισμό Πληρωμής και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ). Το περιεχόμενο της επώνυμης (αν και αρχικά ανώνυμης) παρέμβασης ξεσκέπασε μια καλοκουρδισμένη «βιομηχανία» παράνομων επιδοτήσεων, η οποία φαίνεται να είχε αναπτύξει περίπλοκους μηχανισμούς εκμετάλλευσης κονδυλίων. Η καταγγελία αυτή, αν και προχώρησε για μεγάλο διάστημα στα «αχνάρια» της αδιαφορίας, εστίαζε ιδιαίτερα στα γεωγραφικά πλούτη της Ηπείρου, εντοπίζοντας συγκεκριμένα τα βοσκοτόπια της περιοχής. Αυτές οι φυσικές εκτάσεις, με την πλούσια παραγωγικότητά τους, φέρεται να «φούσκωναν» τους λογαριασμούς επιτήδειων, οι οποίοι, κατά περίεργο τρόπο, είχαν την έδρα τους στην Κρήτη, φανερώνοντας εναρμονισμένη δράση και πιθανή συνεργασία.
Η εστίαση της καταγγελίας στα βοσκοτόπια της Ηπείρου και στη σύνδεσή τους με επιτήδειους από την Κρήτη, υποδηλώνει μια προμελετημένη και συστηματική απάτη, με στόχο την παράνομη οικειοποίηση κοινοτικών και εθνικών επιδοτήσεων. Σύμφωνα με τις αρχικές ενδείξεις, οι βοσκότοποι της Ηπείρου, με τη γεωγραφική τους θέση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, προσέφεραν ευνοϊκές συνθήκες για την «πλασματική» δήλωση εκμετάλλευσης. Αυτή η «πλασματική» δήλωση, πιστοποιημένη από ανύπαρκτες ή παραποιημένες εκθέσεις, επέτρεπε σε πρόσωπα που δεν είχαν καμία πραγματική δραστηριότητα ή κατοχή των εκτάσεων αυτών, να λαμβάνουν σημαντικά χρηματικά ποσά. Η έρευνα εστιάζει πλέον στην εξακρίβωση του τρόπου με τον οποίο οι αιτήσεις αυτές εκτελούνταν, ποια γραφειοκρατικά «παράθυρα» εκμεταλλεύτηκαν οι δράστες και ποιοι υπάλληλοι ή αξιωματούχοι ενδεχομένως συνέπρεπαν στην παράνομη αυτή «βιομηχανία», καλύπτοντας ή διευκολύνοντας τις παράνομες πράξεις τους.
Οι λεπτομέρειες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, προκαλούν έντονο προβληματισμό για την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών ελέγχου και διαφάνειας που υποτίθεται ότι λειτουργούν εντός του ΟΠΕΚΕΠΕ. Το γεγονός ότι μια τέτοια «βιομηχανία» παράνομων επιδοτήσεων κατάφερε να ευδοκιμήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, προκαλώντας σημαντική οικονομική ζημία, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την επάρκεια των εσωτερικών διαδικασιών και την αντιληπτική ικανότητα των αρμοδίων. Η σύνδεση των πλούσιων βοσκοτόπων της Ηπείρου με «επιτήδειους» φορείς από την Κρήτη, δεν είναι απλώς μια γεωγραφική σύμπτωση, αλλά υποδηλώνει μια οργανωμένη και μεθοδική προσπάθεια εκμετάλλευσης του συστήματος. Είναι πλέον επιτακτική ανάγκη η πλήρης αποσαφήνιση της υπόθεσης, ο εντοπισμός όλων των υπευθύνων, ανεξαρτήτως θέσης ή προέλευσης, και η λήψη αυστηρών μέτρων, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και να διασφαλιστεί η ορθή διάθεση των ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων.
Η δράση αυτή, που εκτυλίχθηκε στα «βουνά» της Ηπείρου, με «αποδέκτες» Κρητικούς δηλωτές, φανερώνει μια εντυπωσιακή γεωγραφική «αντιστοίχιση» για την εκμετάλλευση. Πρόκειται για ένα αφήγημα που θυμίζει κινηματογραφικό σενάριο, με απρόσμενες ανατροπές και σοβαρές πολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις. Η αρχική καταγγελία, αν και ακολούθησε μια πορεία με καθυστερήσεις, κατάφερε τελικά να φτάσει στα χέρια των αρμόδιων αρχών, οι οποίες πλέον βρίσκονται αντιμέτωπες με την αποκάλυψη μιας εκτεταμένης απάτης. Η διερεύνηση εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο οι βοσκοτόποι της Ηπείρου, μια περιοχή με έντονη αγροτική παραγωγή και σημαντικά ποσοστά επιδοτήσεων, έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης από άτομα μακριά από τη γεωγραφική της επικράτεια. Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει την αναγκαιότητα ενός διαρκούς και αυστηρού ελέγχου, ειδικά σε φορείς που διαχειρίζονται κοινοτικούς πόρους, όπου η δυνατότητα για κατάχρηση είναι πάντα υπαρκτή και δυνητικά καταστροφική για την οικονομική ανάπτυξη και την αξιοπιστία της χώρας.
