Γράφει ο Λάμπρος Παπαδής
Η συζήτηση γύρω από τη δικτατορία των συνταγματαρχών επιστρέφει διαρκώς στη δημόσια σφαίρα ειδικά μια ημέρα σαν σήμερα, συχνά μέσα από μια επικίνδυνα επιλεκτική μνήμη. Για κάποιους, η περίοδος εκείνη παρουσιάζεται ως εποχή «τάξης» και «ανάπτυξης». Όμως τα πραγματικά δεδομένα, όπως αποτυπώνονται σε μαρτυρίες, οικονομικά στοιχεία και ιστορικές καταγραφές, αποδομούν με σαφήνεια αυτό το αφήγημα.
Το υποτιθέμενο «οικονομικό θαύμα» της Χούντας στηρίχθηκε σε σαθρά θεμέλια. Η εκτίναξη του δημόσιου χρέους, η ραγδαία αύξηση του πληθωρισμού και η δραματική μείωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών δεν συνιστούν επιτυχία, αλλά ένδειξη αποτυχίας και κακοδιαχείρισης. Η ανάπτυξη που διαφημίστηκε δεν έφτασε ποτέ στα λαϊκά στρώματα. Αντιθέτως, οι ανισότητες διευρύνθηκαν, με τους εργαζόμενους και τους αγρότες να βλέπουν τα εισοδήματά τους να συρρικνώνονται. Την ίδια στιγμή, ευνοήθηκαν συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, μέσα από χαριστικές ρυθμίσεις και προνομιακές συμφωνίες, που επιβάρυναν το δημόσιο ταμείο.
Παράλληλα, η εικόνα μιας «ήπιας» δικτατορίας καταρρίπτεται από τα ίδια τα γεγονότα. Χιλιάδες πολίτες φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν ή βασανίστηκαν, ενώ η λειτουργία των θεσμών καταλύθηκε πλήρως. Συνδικαλιστικές οργανώσεις διαλύθηκαν, εφημερίδες φιμώθηκαν και κάθε αντίθετη φωνή αντιμετωπίστηκε ως εχθρός. Η αποχώρηση της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης, προκειμένου να αποφευχθεί η καταδίκη για βασανιστήρια, αποτελεί διεθνές στίγμα που δεν μπορεί να διαγραφεί.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι και η σχέση του καθεστώτος με ξένα συμφέροντα. Παρά τη ρητορική περί «εθνικής ανεξαρτησίας», η Χούντα λειτούργησε σε πλήρη ευθυγράμμιση με στρατηγικές επιδιώξεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ. Οι πολιτικές αποφάσεις δεν υπηρετούσαν την αυτονομία της χώρας, αλλά εντάσσονταν σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι, με την Ελλάδα να λειτουργεί ως πιόνι.
Το αποκορύφωμα της εθνικής τραγωδίας ήρθε με την Κύπρο. Το πραξικόπημα του 1974 και η τουρκική εισβολή που ακολούθησε δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν το αποτέλεσμα μιας πολιτικής ανευθυνότητας, εξάρτησης και τυχοδιωκτισμού, που οδήγησε σε χιλιάδες νεκρούς, αγνοούμενους και πρόσφυγες, και στη διχοτόμηση του νησιού.
Την ίδια ώρα, το καθεστώς αυτοπαρουσιαζόταν ως «καθαρό» και «ανιδιοτελές», ενώ στην πράξη ευνοούσε συγγενείς και ημετέρους, μοιράζοντας θέσεις και οικονομικά προνόμια. Η διαφθορά δεν ήταν εξαίρεση, αλλά δομικό στοιχείο της λειτουργίας του.
Η Χούντα δεν ήταν μια «παρένθεση» χωρίς συνέπειες, ούτε μια περίοδος που μπορεί να εξωραϊστεί. Ήταν ένα καθεστώς αυταρχισμού, οικονομικής στρέβλωσης και εθνικών καταστροφών. Η ιστορική μνήμη δεν είναι πεδίο ιδεολογικής εκμετάλλευσης, αλλά ευθύνη. Και αυτή η ευθύνη επιβάλλει να θυμόμαστε ολόκληρη την αλήθεια — όχι μόνο ό,τι βολεύει.
