Γράφει ο Λάμπρος Παπαδής
Σαν σήμερα, στις 23 Απριλίου 2010, γράφτηκε μια από τις πιο βαριές και σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης Ελλάδας. Η χώρα πέρασε και επίσημα στο καθεστώς επιτήρησης του Διεθνές Νομισματικού Ταμείου και της περιβόητης Τρόικας των Βρυξελλών, φορώντας τις οικονομικές «αλυσίδες» που για χρόνια θα καθόριζαν τη μοίρα της κοινωνίας και της οικονομίας. Και αυτή η επιλογή δεν προέκυψε από το πουθενά – είχε πολιτική υπογραφή: Γιώργος Παπανδρέου.
Το ΠΑΣΟΚ της εποχής ανέβηκε στην εξουσία πάνω σε μια αφήγηση που παρέπεμπε σε άλλες δεκαετίες, τότε που η χώρα μπορούσε να κρύβει τις αδυναμίες της. Με το περιβόητο «λεφτά υπάρχουν», καλλιεργήθηκε μια ψευδαίσθηση ασφάλειας την ώρα που το έδαφος υποχωρούσε. Ο Παπανδρέου διαβεβαίωνε ότι «ξέρουμε πού θα βρούμε τα χρήματα», μιλούσε για πάταξη της φοροδιαφυγής, για αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων και για ενεργοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Υποσχέσεις που αποδείχθηκαν, στην πράξη, πολιτικά συνθήματα χωρίς αντίκρισμα μπροστά στην επερχόμενη θύελλα. Και η θύελλα είχε ήδη ξεκινήσει. Το σκάνδαλο του Βατοπεδίου είχε διαβρώσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008 και η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου είχαν διαλύσει την κοινωνική συνοχή, ενώ η διεθνής οικονομική κρίση πλησίαζε με ορμή. Όλα έδειχναν ότι απαιτούνταν σχέδιο και σοβαρότητα. Αντ’ αυτού, επιλέχθηκε η επικοινωνιακή διαχείριση και η καλλιέργεια αυταπατών.
Το αποτέλεσμα ήταν γνωστό. Μέσα σε λίγους μήνες, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος και με το επιχείρημα ότι «σε δέκα ημέρες δεν θα υπάρχουν χρήματα για μισθούς και συντάξεις», η Ελλάδα οδηγήθηκε στη μνημονιακή εποχή. Τον Μάιο του 2010, το πρώτο Μνημόνιο πέρασε από τη Βουλή με τη στήριξη της κυβερνητικής πλειοψηφίας του ΠΑΣΟΚ, εγκαινιάζοντας μια περίοδο λιτότητας, ύφεσης και βαθιάς κοινωνικής φθοράς. Την ίδια στιγμή, η αντιπολίτευση έπαιζε το δικό της παιχνίδι. Η Νέα Δημοκρατία καταψήφιζε, υιοθετώντας αντιμνημονιακή ρητορική μέσα από τα «Ζάππεια». Μέχρι που έναν χρόνο αργότερα, ο τότε αρχηγός της, Αντώνης Σαμαράς, έκανε την πλήρη αναδίπλωση. Μετά τις πιέσεις και τις ισορροπίες στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, επέστρεψε για να στηρίξει το Μεσοπρόθεσμο και το δεύτερο Μνημόνιο, αποδεικνύοντας πόσο εύθραυστη ήταν η «αντιμνημονιακή» του στάση.
Όμως η ευθύνη δεν σταματά στα ελληνικά σύνορα. Καθοριστικός υπήρξε και ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία – υπό την ηγεμονία της Γερμανίας και με κεντρικά πρόσωπα την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ και τον υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε – επέβαλε ένα μοντέλο ακραίας λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας. Για ένα ποσό των 15 δις ευρώ που, σε σχέση με το συνολικό μέγεθος της κρίσης, ήταν περιορισμένο, η Ελλάδα βρέθηκε δεμένη χειροπόδαρα, με όρους που διέλυσαν την οικονομία και εξάντλησαν την κοινωνία. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση που εξοργίζει μέχρι σήμερα: για λίγα δισεκατομμύρια τότε – για ένα ποσό που παρουσιάστηκε ως «σωτηρία» – επιβλήθηκαν πολιτικές που σάρωσαν τα πάντα. Μισθοί, συντάξεις, εργασία, κοινωνική συνοχή. Η χώρα οδηγήθηκε σε οικονομική ασφυξία, η κοινωνία «σάπισε» μέσα στη λιτότητα, εξαντλήθηκε, εξοντώθηκε. Και όλα αυτά με τη σφραγίδα μιας Ευρώπης που εμφανιζόταν ως εγγυητής της σταθερότητας.
Την ίδια στιγμή όμως, λίγα χρόνια αργότερα, βλέπουμε μια τελείως διαφορετική εικόνα. Η ίδια Ευρώπη, η ίδια Ευρωπαϊκή Ένωση, εμφανίζεται έτοιμη να διαθέσει δεκάδες δισεκατομμύρια – ποσά που αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα 90 δισεκατομμύρια ευρώ – προς την Ουκρανία, χωρίς τους ίδιους όρους ασφυκτικής επιτήρησης και χωρίς τις ίδιες «εγγυήσεις» που ζητήθηκαν από την Ελλάδα. Μια επιλογή που, σύμφωνα με πολλούς, δεν είναι άσχετη με γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, αλλά και με την ανάγκη στήριξης της ευρωπαϊκής – και κυρίως γερμανικής – βιομηχανίας, ακόμη και στον τομέα της αμυντικής παραγωγής, σε έναν πόλεμο που εξελίσσεται με αβέβαιο και αδιέξοδο ορίζοντα απέναντι στη Ρωσία. Αυτό το διπλό μέτρο και σταθμό είναι που τροφοδοτεί μέχρι σήμερα την οργή και την αμφισβήτηση. Διότι αποδεικνύει ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται πάντα με βάση την αλληλεγγύη ή την οικονομική λογική, αλλά συχνά με βάση πολιτικές σκοπιμότητες και ισορροπίες ισχύος.
Η ιστορία, όμως, έχει ονόματα και ευθύνες. Και σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή, ο Γιώργος Παπανδρέου άνοιξε την πόρτα. Και από την άλλη πλευρά, η ευρωπαϊκή ηγεσία – με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Άνγκελα Μέρκελ, τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και την οικονομική και κοινωνική βαρβαρότητα – όχι μόνο την πέρασε, αλλά επέβαλε και τους όρους που καθόρισαν μια ολόκληρη δεκαετία.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό και βαραίνει ακόμη τη χώρα: μια κοινωνία που δοκιμάστηκε στα όρια της αντοχής της και μια Ελλάδα που πλήρωσε – και συνεχίζει να πληρώνει – το τίμημα εκείνων των αποφάσεων.
