Περισσότερη προστασία ή περισσότερος έλεγχος; Η απαγόρευση πρόσβασης στα social media για ανηλίκους κάτω των 15 ετών από το 2027 ανοίγει μια έντονη συζήτηση για τα όρια της παρέμβασης στον ψηφιακό κόσμο. Σε ένα περιβάλλον όπου ο ψηφιακός εθισμός και η ψυχική υγεία των παιδιών βρίσκονται στο επίκεντρο, το κεντρικό ερώτημα παραμένει: Μπορεί ένα τέτοιο μέτρο να εφαρμοστεί στην πράξη;
Στην One Voice, ο Αντιστράτηγος ε.α., κ. Γιώργος Παπαπροδρόμου, πρώην Διευθυντής της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και ειδικός σε θέματα Κυβερνοασφάλειας, καταθέτει την άποψή του για τα όρια των απαγορεύσεων και το πραγματικό στοίχημα της ψηφιακής εποχής. Με τις πολύπλευρες γνώσεις και την πολύτιμη εμπειρία του, φωτίζει τις διαστάσεις του σύνθετου αυτού προβλήματος, αναδεικνύοντας ότι το πραγματικό στοίχημα ίσως δεν είναι μόνο ο έλεγχος της πρόσβασης, αλλά η διαμόρφωση
συνειδητοποιημένων ψηφιακών πολιτών.
Κύριε Παπαπροδρόμου, με βάση την εξαγγελία για απαγόρευση πρόσβασης στα social media για ανηλίκους κάτω των 15 ετών από 1.1.2027, ποια είναι τα πρώτα κρίσιμα ζητήματα και «στοιχήματα»;
Στα πρώτα ζητήματα που προκύπτουν από την εξαγγελία των συγκεκριμένων ρυθμίσεων είναι η εξειδίκευση των μέτρων σε πρακτικό επίπεδο και η διαδικασία υλοποίησής τους μέσω των απαραίτητων μηχανισμών ελέγχου και διαθέσιμων εργαλείων, τόσο από πλευράς της
πολιτείας όσο και από πλευράς των μεγάλων παρόχων κοινωνικής δικτύωσης. Υπάρχει ήδη διαθέσιμη τεχνολογία για τέτοιους ελέγχους ή είναι κάτι που θα «χτιστεί» από το μηδέν;
Η αλήθεια είναι ότι έχει ξεκινήσει από καιρό η πλατφόρμα του kidswallet, αλλά ταυτόχρονα υλοποιείται μια προσπάθεια σε επίπεδο ΕΕ με το EUDI wallet, το οποίο θεωρώ ότι θα είναι το κομβικό σημείο μιας συλλογικής προσπάθειας της ΕΕ που θα υπερβαίνει τα εθνικά
πρότυπα και ρυθμιστικά πλαίσια. Αντίστοιχες πρακτικές υλοποίησης, εκτός ΕΕ, θα μπορούσαμε να πούμε ότι δοκιμάζονται αυτή τη στιγμή στην πράξη σε χώρες όπως η Αυστραλία.
Μεγάλες πλατφόρμες όπως, π.χ. TikTok, Instagram, Snapchat κ.λπ., μπορούν να ελεγχθούν; Επίσης, ποιος θα έχει την ευθύνη εφαρμογής, ελέγχου και απαγόρευσης; Οι πλατφόρμες ή το κράτος;
Μιλάμε για ένα σύνθετο και πολύπλοκο ζήτημα όταν αναφερόμαστε σε πολύ μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και επικοινωνίας, αφού από τη μία είναι το θέμα διαχείρισης μεγάλου αριθμού χρηστών (με ξεχωριστό προφίλ) και, αφετέρου, η ικανότητα ενός κράτους -ακόμη και μιας υπερδύναμης- στον χώρο της οποίας αναπτύσσονται και εξελίσσονται τεχνολογικά και οικονομικά αυτές οι πλατφόρμες.
Από πλευράς ασφάλειας δεδομένων, τι σημαίνει η δημιουργία ενός συστήματος ταυτοποίησης ανηλίκων στο διαδίκτυο; Πού σταματά η κυβερνοασφάλεια και πού αρχίζει, ενδεχομένως, η παραβίαση ιδιωτικότητας και προσωπικών δεδομένων;
Η έννοια της κυβερνοασφάλειας αρχίζει πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη διεπαφή μας με οποιοδήποτε συνδεδεμένο πληροφοριακό σύστημα ή πλατφόρμα. Η έννοια της ταυτοποίησης ή επιβεβαίωσης της ηλικίας ενός ατόμου είναι καταρχήν αυστηρά κρατική υπόθεση, μέσα από ένα αυξημένο, από πλευράς προστασίας, ασφαλές θεσμικό πλαίσιο. Η έκδοση των απαραίτητων εγγράφων (πχ δελτίο ταυτότητας) είναι
μέριμνα και αποκλειστική αρμοδιότητα του κάθε κράτους, μέσα από προβλεπόμενες διαδικασίες. Στην Ελλάδα ένα άτομο μπορεί να έχει δελτίο ταυτότητας από τα 12 έτη. Τα στοιχεία αυτά φιλοξενούνται σε βάσεις δεδομένων με αυξημένο επίπεδο προστασίας, λόγω
της ιδιαιτερότητας και ευαισθησίας των δεδομένων. Η εκχώρηση στοιχείων ταυτότητας στις μεγάλες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης γίνεται μονομερώς από τους χρήστες, στο πλαίσιο ελέγχου του προφίλ τους. Για τον λόγο αυτό, δεν είναι σπάνιο να ζητείται από τις πλατφόρμες η αποστολή αποδεικτικών εγγράφων με τα στοιχεία ταυτότητας, χωρίς εμπλοκή της πολιτείας, καθώς πρόκειται για ιδιωτική σχέση χρήστη–εταιρείας.
Σε γενικό πλαίσιο, η πολιτεία οφείλει να διασφαλίζει τον σεβασμό των προσωπικών δεδομένων και την αποφυγή διαρροών των προσωπικών στοιχείων -σε ατομικό και μαζικό επίπεδο-, καθώς σε διαφορετική περίπτωση ενεργοποιούνται οι προβλεπόμενες διαδικασίες από την αυστηρή νομοθεσία προστασίας των προσωπικών δεδομένων που ισχύει σε όλη την ΕΕ.
Μήπως υπάρχει ρίσκο υπερ-ελέγχου ή παρακολούθησης των χρηστών στο όνομα της προστασίας των ανηλίκων; Το ρίσκο, ίσως, αφορά όλες τις ηλικιακές ομάδες;
Η αλήθεια είναι ότι οι οραματιστές του διαδικτύου, τη δεκαετία του 1990, επιθυμούσαν ο νέος ψηφιακός χώρος να είναι ένα βήμα ελευθερίας της έκφρασης και της άποψης, με σεβασμό στην ιδιωτικότητα του κάθε ατόμου. Η εξέλιξη του διαδικτύου, η εμφάνιση των διαδικτυακών πλατφορμών την δεκαετία 2000- 2010, αναδιαμόρφωσε τη σχέση αυτή με το στοιχείο της διαδραστικότητας, με αποτέλεσμα να έχουμε σήμερα μια γιγάντωση της τεχνολογικής συνδεσιμότητας (δισεκατομμύρια χρήστες με δισεκατομμύρια συσκευές να αλληλεπιδρούν), η οποία έχει επηρεάσει και επηρεάζει άτομα, εταιρείες, και κράτη. Το «ενδιαφέρον» που δείχνουν κράτη με λιγότερο δημοκρατικό προφίλ, συντείνει στην κατεύθυνση πολιτικών κοινωνικής επιτήρησης -άρα και περιορισμού των ελευθεριών και των δικαιωμάτων του ατόμου-, βαθμολόγησης κοινωνικών συμπεριφορών, κάτι που δείχνει και τη διαφορά αντιλήψεων που υπάρχει σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η χώρα μας, όπως και οι χώρες-μέλη της ΕΕ, ακολουθεί μια ευαισθητοποιημένη πολιτική σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου και προστασίας των προσωπικών δεδομένων, την οποία οφείλει να εγγυάται. Υπάρχει κίνδυνος, λόγω των περιορισμών, οι ανήλικοι να «οδηγηθούν» σε πιο ανεξέλεγκτες ή «σκοτεινές» πλατφόρμες, με βάση και την εμπειρία σας ως πρώην επικεφαλής της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ.;
Είναι μια πολύ ευαίσθητη και λεπτή πτυχή του θέματος αυτού, που έχει να κάνει με τις επιπτώσεις του μέτρου της απαγόρευσης και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει τραγελαφικές καταστάσεις. Ο δυναμικός χαρακτήρας των νέων τεχνολογιών από τη μία, σε συνδυασμό με το διαγενεακό ψηφιακό χάσμα από την άλλη, αποτελούν ένα στοιχείο «υπονόμευσης» του απαγορευτικού μέτρου, που ίσως οδηγήσουν σε «εναλλακτικές λύσεις». Αυτό που θα πρέπει να καταλάβουμε ως γονείς είναι ότι κανένα μέτρο απαγόρευσης δεν είναι πανάκεια κι ούτε ένα μαγικό ραβδί που αλλάζει καταστάσεις και πραγματικότητες. Θα πρέπει να επικεντρωθούμε στο στοιχείο της δημιουργίας κι ανάπτυξης της κριτικής σκέψης, στο στοιχείο του διαλόγου με τα παιδιά μας και κυρίως της συνέπειας των έργων και των λόγων μας, δηλαδή στον τρόπο που εμείς οι μεγαλύτεροι χρησιμοποιούμε τις νέες τεχνολογίες και τις πλατφόρμες.
Στην κυβερνοασφάλεια ισχύει ότι «το πιο αδύναμο σημείο είναι ο χρήστης»;
Οι χρήστες είναι ένα από τα συστατικά μέρη του συνολικού παζλ της Κυβερνοασφάλειας (συσκευές-προγράμματα και διαδικασίες-ανθρώπινος παράγοντας), που κινείται σε συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο. Οι ψηφιακές ικανότητες και επιδεξιότητες που πρέπει να έχει το άτομο στον 21 ο αιώνα διαφοροποιούνται κάθε μέρα και δεν περιορίζονται μόνο στην τεχνολογία. Επίσης, το σημείο αφετηρίας για το κάθε άτομο διαφέρει για αυτόν το λόγο απαιτείται εξατομικευμένη προσέγγιση στα θέματα της Κυβερνοασφάλειας, με διαφοροποιούμενο το τοπίο των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων (παιδιά, ηλικιωμένοι, Αμεα, κ.α.), σε μια παγκόσμια πραγματικότητα όπου το 27% περίπου του παγκόσμιου πληθυσμού είναι offline.
Στρατηγέ, πόσο έντονο είναι το πρόβλημα του ψηφιακού εθισμού και των επιπτώσεων στην ψυχική υγεία;
Η αλήθεια είναι ότι τα σημερινά παιδιά, που χρησιμοποιούν τις νέες τεχνολογίες και ιδιαίτερα της πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως μια «γενιά της ντοπαμίνης», όπου συγκεκριμένες ψηφιακές δραστηριότητες τους ενεργοποιούν στον εγκέφαλο «κυκλώματα ανταμοιβής» παρόμοια με αυτά των εξαρτησιογόνων ουσιών και μπορεί αυτό να οδηγήσει σε απώλεια ελέγχου, σε έντονη επιθυμία και σε στερητικά συμπτώματα.
Η ιδιαιτερότητα της εποχής μας είναι ότι και οι γονείς των σημερινών παιδιών είναι μια ακόμη «γενιά ντοπαμίνης», αφού στην χρονική στιγμή της δικής τους εφηβικής ηλικίας διαμορφώθηκαν οι σημερινές πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Και σύμφωνα με την ίδια αντίληψη της επίσημης πολιτείας «η υπερβολική χρήση κινητού, social media και online παιχνιδιών δεν είναι απλώς μια «κακή συνήθεια», αλλά μπορεί να επηρεάσει πραγματικά την ανάπτυξη του παιδιού. Όταν ένα παιδί περνά πολλές ώρες στην οθόνη, αυξάνονται τα ποσοστά άγχους και κατάθλιψης, μειώνεται ο ύπνος, αυξάνεται η μοναξιά και η κοινωνική σύγκριση, ενώ εμφανίζονται και φαινόμενα όπως cyberbullying ή
απομόνωση από τον πραγματικό κόσμο».
Με βάση τη διεθνή εμπειρία -από χώρες όπως η Αυστραλία, η Γαλλία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο στο οποίο μάλιστα έχει θεσπιστεί αυστηρό ageverification μέσω του Online Safety Act – ποιο μοντέλο θεωρείτε ότι είναι πιο ρεαλιστικό και εφαρμόσιμο;
Η πράξη θα δείξει ποιο μοντέλο θα είναι το πιο αποτελεσματικό. Προσωπικά, δεν τρέφω αυταπάτες. Θεωρώ ότι η ενεργοποίηση και η κινητοποίηση όλων των γονιών, να είμαστε δίπλα στα παιδιά μας, είναι αυτό που θα φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Αυτό που παλιότερα είχα γράψει σ’ ένα άρθρο μου για την ενεργοποίηση του «λογισμικού ζωής» που δεν είναι τίποτα άλλο από τον αξιακό κώδικα που παραδίδουμε στα παιδιά μας κι έχουμε διαμορφώσει με την πράξη μας. Δεν πρέπει να είμαστε φοβικοί απέναντι στην τεχνολογία αλλά υπέρμαχοι μιας ανθρωποκεντρικής και ισορροπημένης σχέσης μαζί της. Μπορεί να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για την ευημερία μας.
Συμπερασματικά, ως προς την απαγόρευση, μπορούμε να μιλήσουμε για ένα μέτρο πραγματικής προστασίας των ανηλίκων ή για την αρχή μιας νέας εποχής ψηφιακής εποπτείας; Η απαγόρευση αρκεί για να «θωρακίσει» έμπρακτα τους ανηλίκους;
Η ενσυνείδητη επιλογή είναι προτιμότερη από οποιαδήποτε απαγόρευση, κι αυτό προϋποθέτει τη διαδικασία του διαλόγου και της συζήτησης, της αναζήτησης καλών πρακτικών, της συνεργασίας γονιών με γονείς, γονιών με δασκάλους, την ενεργοποίηση όλων των θεσμικών φορέων. Να μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά μας είναι πολίτες αυτού του κόσμου, κι αύριο θα αποφασίζουν για τα σημαντικά θέματα του κόσμου αλλά η γνώμη τους, πρέπει να γίνεται σεβαστή από σήμερα. Με την απαγόρευση είμαστε προσωρινοί νικητές και μελλοντικοί ηττημένοι.
Πηγή: Κυριακάτικη Εφημερίδα One Voice
