Ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, εκτίμησε ότι υπάρχουν τέσσερις βασικοί παράγοντες που λειτουργούν ως «δίχτυ ασφαλείας» για τους Έλληνες και Ευρωπαίους καταναλωτές απέναντι στις ενεργειακές αναταράξεις που προκαλούν οι εξελίξεις στο Ιράν. Τα στοιχεία αυτά, όπως εξήγησε, συμβάλλουν στο να περιορίζεται ο αντίκτυπος των διεθνών ανατιμήσεων στην καθημερινότητα των πολιτών.
Οι σχετικές επισημάνσεις έγιναν στη Θεσσαλονίκη, στο περιθώριο του συνεδρίου που διοργανώνεται από τον ΟΟΣΑ σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, όπου ο υφυπουργός συνομίλησε με δημοσιογράφους για τις τρέχουσες εξελίξεις στην ενεργειακή αγορά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τέσσερις παράγοντες λειτουργούν προς όφελος των καταναλωτών: η ισοτιμία ευρώ – δολαρίου, η δομή της φορολογίας στα καύσιμα στην Ελλάδα, η αυξημένη παραγωγή ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και η εποχική μείωση της κατανάλωσης ενέργειας λόγω άνοιξης.
Αναφερόμενος στον πρώτο παράγοντα, ο κ. Τσάφος σημείωσε ότι η διαφορά στην ισοτιμία μεταξύ δολαρίου και ευρώ λειτουργεί ως ένα είδος «μαξιλαριού» για τους Ευρωπαίους καταναλωτές. Όπως εξήγησε:
«Το ένα στοιχείο είναι ότι υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά στην τιμή στην ισοτιμία δολαρίου- ευρώ. Το πετρέλαιο τιμολογείται σε δολάρια (…) Το 2022 είχαμε (ισοτιμία) σχεδόν ένα προς ένα, άρα (αν η τιμή ήταν) 120 δολάρια, θα ήταν και περίπου 120 ευρώ. Τώρα, τα 120 δολάρια είναι 105 ευρώ. Άρα υπάρχει ένα μικρό μαξιλαράκι, το οποίο προστατεύει τους Ευρωπαίους καταναλωτές, χάρη στην ισοτιμία».
Ο δεύτερος παράγοντας σχετίζεται με τον τρόπο διαμόρφωσης των τιμών καυσίμων στην Ελλάδα. Όπως εξήγησε ο υφυπουργός, σημαντικό μέρος της τελικής τιμής προκύπτει από τη φορολογία – όπως ο ειδικός φόρος κατανάλωσης και ο ΦΠΑ – γεγονός που περιορίζει την άμεση μεταφορά των αυξήσεων στην τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής.
«Αυτό σημαίνει ότι όταν έχεις μια αύξηση στην τιμή προ φόρων, δεν μεταφράζεται όλη αυτή η αύξηση στην τιμή μετά φόρων. Δηλαδή το 10% προ φόρων είναι περίπου 5% μετά φόρων. Άρα, υπάρχει πάλι μια αναχαίτιση της αύξησης της τιμής», επισήμανε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην αύξηση της συμμετοχής των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα. Όπως σημείωσε, η εγκατεστημένη ισχύς των ΑΠΕ έχει αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με πέρυσι, γεγονός που ενισχύει τη δυνατότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από εναλλακτικές πηγές.
«Σε ό,τι αφορά τις ΑΠΕ, υπάρχει αύξηση περίπου 18% στην εγκατεστημένη ισχύ, σε σχέση με πέρυσι. Άρα έχουμε πολύ περισσότερες ΑΠΕ, κυρίως φωτοβολταϊκά, ενώ μπαίνουμε και σε περίοδο ήπιας κατανάλωσης, αφού την άνοιξη δεν χρειαζόμαστε ούτε ψύξη ούτε θέρμανση, αλλά και οι τιμές γενικά πέφτουν. Επίσης, τα αποθέματα στα υδροηλεκτρικά είναι πάρα πολύ υψηλά, άρα γενικά έχουμε κάποια αναχώματα», υπογράμμισε.
Παράλληλα, ερωτηθείς για το αν εξετάζονται πρόσθετα μέτρα για την αντιμετώπιση ενδεχόμενων αυξήσεων στην ενέργεια, ο υφυπουργός ανέφερε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη σχετικές συζητήσεις σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Υπενθύμισε μάλιστα ότι τα στρατηγικά αποθέματα καυσίμων της Ελλάδας επαρκούν για περισσότερες από 90 ημέρες, γεγονός που ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.
Σε ό,τι αφορά το διαχρονικό αίτημα της ελληνικής βιομηχανίας για μείωση του ενεργειακού κόστους – ένα ζήτημα που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή – ο κ. Τσάφος σημείωσε ότι η κυβέρνηση βρίσκεται σε συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το πλαίσιο των παρεμβάσεων.
«Όπως αντιλαμβάνεστε, δεν μπορούμε να ανακοινώσουμε κάτι που δεν το έχουμε συνεννοηθεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κάνουμε κάποιες συζητήσεις. Είναι σε πολύ καλό σημείο. Δεν θα σας πω ότι θα κλείσουν σήμερα, αύριο (…) Έχουμε κάποιες συζητήσεις με την Ευρώπη τις οποίες προσπαθούμε να τις ωριμάσουμε και να τις κλείσουμε».
Ο υφυπουργός επισήμανε ακόμη ότι η ενεργειακή αγορά χαρακτηρίζεται αυτή την περίοδο από έντονη μεταβλητότητα, με τις τιμές του πετρελαίου να μεταβάλλονται ακόμη και μέσα σε λίγες ώρες.
«Το ίδιο πράγμα βλέπουμε και στο φυσικό αέριο. Άρα νομίζω ότι έχει πολύ μεγάλη σημασία να καταλάβουμε ότι όλο αυτό είναι μια πραγματικότητα, η οποία ανά πάσα στιγμή αλλάζει, να αναγνωρίζουμε πως ό, τι λέμε είναι για αυτό το δευτερόλεπτο», είπε χαρακτηριστικά.
Τέλος, ο κ. Τσάφος σημείωσε ότι, παρά τις αυξήσεις που παρατηρούνται στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, δεν καταγράφεται προς το παρόν σημαντική επιβάρυνση στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, ούτε στην Ελλάδα ούτε στην υπόλοιπη Ευρώπη.
«Άρα, νομίζω είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε μεταξύ πετρελαίου -που στην αρχή η αύξηση ήταν μικρή, αλλά τώρα έχει αρχίσει να μεγαλώνει αρκετά περισσότερο- φυσικού αερίου που ήταν πολύ μεγάλη η αύξηση εξαρχής και ηλεκτρικής ενέργειας, που προς το παρόν και στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη, δεν έχουμε δει κάποια ιδιαίτερη αύξηση», σημείωσε, διευκρινίζοντας ότι η εικόνα αυτή μεταξύ των τριών οφείλεται τόσο στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), όσο και στο γεγονός ότι το φυσικό αέριο τιμολογείται με καθυστέρηση.
