Έως το καλοκαίρι εκτιμάται ότι θα έχει ολοκληρωθεί η επέκταση του μετρό Θεσσαλονίκης προς την Καλαμαριά, ένα έργο που αναμένεται να αποτελέσει καθοριστικό βήμα για τον εκσυγχρονισμό των μετακινήσεων στην πόλη. Την εκτίμηση αυτή διατύπωσε ο υφυπουργός Υποδομών Νίκος Ταχιάος, μιλώντας στο πλαίσιο του 1ου Blue Heritage Summit που πραγματοποιείται στη Θεσσαλονίκη.
Την ίδια στιγμή, όπως επισήμανε, προχωρά ήδη ο σχεδιασμός για τη μεγάλη επέκταση του μετρό προς τα δυτικά της πόλης. Πρόκειται για ένα έργο υψηλού κόστους, που αναμένεται να ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ και να λειτουργήσει ως βασικός μοχλός για την ενίσχυση της βιώσιμης κινητικότητας και της συνολικής επιβατικής κίνησης του δικτύου.
Ο κ. Ταχιάος χαρακτήρισε το μετρό Θεσσαλονίκης ως ένα από τα πιο εμβληματικά παραδείγματα σύγχρονης και «έξυπνης» υποδομής, τονίζοντας ότι πρόκειται για ένα πλήρως αυτοματοποιημένο σύστημα χωρίς οδηγό, με δυνατότητα πολύ συχνών δρομολογίων, που μπορούν να φτάσουν ακόμη και ανά 1,5 λεπτό. Ωστόσο, υπογράμμισε πως η αξία ενός τέτοιου έργου δεν περιορίζεται μόνο στα τεχνικά του χαρακτηριστικά, αλλά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο που θα ενταχθεί στην καθημερινότητα της πόλης και από τη συμπεριφορά των χρηστών του.
Σε ό,τι αφορά την επέκταση προς την Καλαμαριά, σημείωσε ότι το έργο βρίσκεται πλέον σε προχωρημένο στάδιο, αποφεύγοντας ωστόσο να προσδιορίσει με ακρίβεια τον χρόνο ολοκλήρωσης. Όπως εξήγησε, η πολυπλοκότητα του έργου, λόγω των πολλών συμβάσεων και τεχνικών παραμέτρων, καθιστά δύσκολη την ακριβή πρόβλεψη. «Έχουμε πει ότι η ολοκλήρωση της επέκτασης του μετρό προς την Καλαμαριά αναμένεται μέχρι το καλοκαίρι, ωστόσο επιμένω να μην δώσω σαφές χρονοδιάγραμμα, καθώς συχνά τα γεγονότα αλλάζουν», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η πρόοδος είναι πλέον εμφανής και ότι η λειτουργία του μετρό στην περιοχή πλησιάζει.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη δυτική και βορειοδυτική Θεσσαλονίκη, την οποία χαρακτήρισε ως τον βασικό άξονα της μελλοντικής ανάπτυξης του δικτύου. Όπως ανέφερε, «εκεί εστιάζει και η κυβερνητική προτεραιότητα», με τις σχετικές μελέτες να βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη. Στόχος είναι ένας ολοκληρωμένος και λειτουργικός σχεδιασμός που θα λαμβάνει υπόψη τόσο τη χωροθέτηση όσο και τις πραγματικές ανάγκες των κατοίκων, αλλά και τη βιωσιμότητα του έργου.
Παράλληλα, προχωρούν οι διαδικασίες για την εξασφάλιση χρηματοδότησης, με σημαντική συμβολή ευρωπαϊκών πόρων. Στα βορειοδυτικά της πόλης, η μελέτη των σταθμών εξελίσσεται με ιδιαίτερη προσοχή, ώστε κάθε σημείο να εξυπηρετεί ουσιαστικά τον πληθυσμό, αποφεύγοντας επιπτώσεις σε κατοικημένες περιοχές, όπως δονήσεις ή άλλες παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα στο μέλλον. Όπως επισημάνθηκε, όταν το μετρό αναπτύσσεται σε μικρό βάθος, προτιμάται να ακολουθεί υφιστάμενους οδικούς άξονες και κοινόχρηστους χώρους.
Οι μελέτες συνοδεύονται και από κοινωνική διάσταση, με διαβουλεύσεις να έχουν ήδη ξεκινήσει με δήμους όπως των Αμπελοκήπων, της Μενεμένης και του Ευόσμου. Σύντομα αναμένεται να ολοκληρωθεί και η εκτελεστική σύμβαση, μαζί με τα απαραίτητα τοπογραφικά και γεωτεχνικά δεδομένα, καθώς και η μελέτη κόστους-οφέλους.
Σύμφωνα με τον υφυπουργό, η επέκταση προς τα δυτικά αποτελεί στρατηγική επιλογή, η οποία αναμένεται να αλλάξει ουσιαστικά τον συγκοινωνιακό χάρτη της Θεσσαλονίκης, ενισχύοντας σημαντικά την επιβατική δυναμική του μετρό.
Παράλληλα, έγινε αναφορά και σε μελλοντικά σχέδια για δεύτερη γραμμή του μετρό, η οποία θα μπορούσε να επεκταθεί προς περιοχές όπως η Τούμπα και η Χαριλάου, δημιουργώντας νέες προοπτικές για την ανάπτυξη του δικτύου.
Σε σχέση με τη σύνδεση του μετρό με το αεροδρόμιο, ο κ. Ταχιάος εμφανίστηκε επιφυλακτικός ως προς την άμεση υλοποίησή της, επισημαίνοντας ότι τα διαθέσιμα δεδομένα δεν δικαιολογούν την προτεραιοποίησή της. Αντίθετα, υπογράμμισε ότι η εξυπηρέτηση μπορεί να επιτευχθεί μέσω συνδυασμένων μετακινήσεων, με βασικό κόμβο τον τερματικό σταθμό της Μίκρας, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου μοντέλου βιώσιμης κινητικότητας.
Αναφερόμενος στο έργο του Flyover στην περιφερειακή οδό, σημείωσε ότι εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς και ότι θα λειτουργήσει ως μια γρήγορη διαδρομή για τα οχήματα που κινούνται από τη μία πλευρά της πόλης στην άλλη, παρακάμπτοντας το κέντρο.
Δεν παρέλειψε, ωστόσο, να αναγνωρίσει το φαινόμενο της «επαγόμενης κυκλοφορίας», δηλαδή την αύξηση της χρήσης αυτοκινήτων όταν ενισχύεται η οδική χωρητικότητα, υπογραμμίζοντας ότι απαιτείται συνολικός σχεδιασμός για την αντιμετώπισή του. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και άλλες παρεμβάσεις, όπως η αναβάθμιση της περιφερειακής οδού και η δημιουργία νέων αξόνων που θα βελτιώσουν τη σύνδεση της Θεσσαλονίκης με τη Χαλκιδική και την ευρύτερη περιφέρεια.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε σε έναν νέο οδικό άξονα που σχεδιάζεται να ξεκινά από τον κόμβο της περιφερειακής και να φτάνει έως τον δρόμο των Βασιλικών, παρακάμπτοντας οικισμούς όπως η Ραιδεστός. Η νέα αυτή διαδρομή αναμένεται να διευκολύνει την πρόσβαση προς το Άγιο Όρος, αλλά και προς περιοχές όπως η Πολύγυρος και η Ουρανούπολη, αποσυμφορώντας ταυτόχρονα επιβαρυμένες περιοχές όπως το Πανόραμα και η Θέρμη.
Σε ό,τι αφορά την Εγνατία Οδό, επισήμανε ότι πρόκειται για έργο που υλοποιήθηκε τμηματικά, με αποτέλεσμα αρκετοί κόμβοι να μην έχουν εκσυγχρονιστεί πλήρως. Η εταιρεία «Νέα Εγνατία Οδός Α.Ε.» έχει αναλάβει παρεμβάσεις βαριάς συντήρησης και την κατασκευή νέων υποδομών, με έμφαση στον κάθετο άξονα, ώστε να ενισχυθεί η ασφάλεια, ιδιαίτερα στον κλάδο ανόδου.
Αναφορά έγινε και στο ζήτημα της μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων, που σε ορισμένες περιπτώσεις πραγματοποιούνταν παράνομα, με τον υφυπουργό να σημειώνει ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος θα προκύψει μέσα από συνεργασία με τον παραχωρησιούχο και την εφαρμογή αυστηρών μέτρων ασφαλείας και πιστοποίησης των σηράγγων.
Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε και στις συνδυασμένες μεταφορές, με τον κ. Ταχιάο να επιβεβαιώνει την πρόοδο στη σιδηροδρομική σύνδεση του λιμανιού, αλλά και στον προαστιακό σιδηρόδρομο για τη δυτική Θεσσαλονίκη. Όπως υπογράμμισε, τα έργα αυτά είναι κρίσιμα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του λιμανιού και τη μετατροπή της πόλης σε κεντρικό κόμβο logistics για τα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Για την ανάπλαση της ΔΕΘ, σημείωσε ότι το υπουργείο δεν έχει άμεση εμπλοκή, καθώς η ευθύνη ανήκει στο Υπερταμείο και στους αρμόδιους φορείς. Ωστόσο, τόνισε ότι η κυβερνητική παρέμβαση στοχεύει στη διασφάλιση μιας ισορροπίας ανάμεσα στην εμπορική αξιοποίηση και το δημόσιο συμφέρον, ώστε η ανάπλαση να είναι βιώσιμη και λειτουργική.
Σε ό,τι αφορά την κλιματική κρίση, εμφανίστηκε καθησυχαστικός για τον κίνδυνο ακραίων φαινομένων, επισημαίνοντας τη σημασία υφιστάμενων αντιπλημμυρικών έργων, όπως η περιφερειακή τάφρος, ενώ αναγνώρισε ότι απαιτούνται επιπλέον παρεμβάσεις, κυρίως σε περιοχές όπως ο Δενδροπόταμος.
Κλείνοντας, επανέλαβε ότι το ζητούμενο για τη Θεσσαλονίκη δεν είναι μόνο η υλοποίηση μεμονωμένων έργων, αλλά η διασύνδεσή τους σε ένα ενιαίο και λειτουργικό σύστημα μεταφορών. Όπως τόνισε, το πραγματικό στοίχημα είναι η αποτελεσματική αξιοποίηση των υποδομών —μετρό, οδικών αξόνων, σιδηροδρόμου και λιμανιού— ώστε να διαμορφωθεί ένα σύγχρονο μοντέλο βιώσιμης κινητικότητας που θα βελτιώνει ουσιαστικά την καθημερινότητα των πολιτών.
Τέλος, αναφέρθηκε και στα κτήρια γύρω από τον Ιερό Ναό του Αγίου Μηνά, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για διατηρητέα, γεγονός που καθιστά οποιαδήποτε παρέμβαση ιδιαίτερα σύνθετη, καθώς απαιτείται αποχαρακτηρισμός από τις αρμόδιες αρχές. Όπως ανέφερε, υπάρχει περιθώριο συνεργασίας με τον δήμο και άλλους φορείς για την αξιοποίησή τους με τρόπους που θα ενισχύουν τη ζωντάνια της περιοχής, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ιστορική τους ταυτότητα.
