
Σε έντονο ύφος, η Γενική Συνομοσπονδία Εργαζομένων Ελλάδας (ΓΣΕΕ) εξέφρασε την έντονη δυσαρέσκειά της για την απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε μια ονομαστική αύξηση του κατώτατου μισθού κατά μόλις 40 ευρώ. Η συνομοσπονδία επισημαίνει ότι, την ώρα που η καθημερινότητα των εργαζομένων καθίσταται ολοένα και πιο επισφαλής λόγω της συνεχιζόμενης ακρίβειας και του όλο και πιο δυσβάσταχτου κόστους διαβίωσης, το ποσό αυτό μοιάζει περισσότερο με ελάχιστο αντίμετρο παρά με ουσιαστική ανακούφιση. Η ΓΣΕΕ τονίζει επανειλημμένως ότι η αγοραστική δύναμη των μισθωτών έχει υποστεί σοβαρή υποχώρηση τα τελευταία χρόνια, με τις τιμές στα βασικά αγαθά και τις υπηρεσίες να παρουσιάζουν αλματώδη άνοδο, καθιστώντας ακόμη και την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών μια διαρκώς μεγαλύτερη πρόκληση για πολλές χιλιάδες νοικοκυριά σε ολόκληρη τη χώρα.
Η ΓΣΕΕ θεωρεί ότι η συγκεκριμένη αύξηση, αν και τυπικά αυξάνει τον κατώτατο μισθό, στην πράξη υστερεί σημαντικά σε σχέση με τον πληθωρισμό και την πραγματική αύξηση του κόστους ζωής. Υπολογίζεται ότι οι απώλειες στην αγοραστική δύναμη των εργαζομένων είναι πολύ μεγαλύτερες από τα 40 ευρώ που ανακοινώθηκαν, αφήνοντας τους εργαζόμενους, ειδικά αυτούς με τα χαμηλότερα εισοδήματα, σε μια θέση διαρκούς οικονομικής ανασφάλειας. Η συνομοσπονδία επαναλαμβάνει την πάγια θέση της ότι οι μισθοί, και ιδίως ο κατώτατος, πρέπει να διασφαλίζουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, κάτι που με τα σημερινά δεδομένα και την εν λόγω αύξηση, παραμένει ένα ανέφικτο όνειρο για ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού της χώρας. Είναι σαφές ότι απαιτούνται πιο δραστικές και ουσιαστικές παρεμβάσεις. Η αποδυνάμωση της αγοραστικής δύναμης επιδεινώνει την οικονομική κατάσταση πολλών οικογενειών, οδηγώντας τις σε διαρκείς περικοπές δαπανών και περιορισμό της κατανάλωσης.
Αυτό, με τη σειρά του, επηρεάζει αρνητικά την εσωτερική ζήτηση και μπορεί να δημιουργήσει ένα φαύλο κύκλο οικονομικής στασιμότητας. Η ΓΣΕΕ θεωρεί ότι η κυβέρνηση οφείλει να λάβει υπόψη της την πραγματική οικονομική κατάσταση των εργαζομένων και να προχωρήσει σε πολιτικές που όχι μόνο προστατεύουν την αγοραστική τους δύναμη, αλλά και την ενισχύουν, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στις σύγχρονες ανάγκες και να ζουν με αξιοπρέπεια. Η ανακοινωθείσα αύξηση, από μόνη της, δεν αρκεί για να ανατρέψει αυτή την αρνητική πορεία. Επιπλέον, η συνομοσπονδία διερωτάται πώς είναι δυνατόν, με την πληθωριστική πίεση να παραμένει υψηλή και τις τιμές να συνεχίζουν να ανεβαίνουν, να θεωρείται επαρκής μια αύξηση 40 ευρώ. Η ΓΣΕΕ καλώντας για ουσιαστικές και στοχευμένες παρεμβάσεις, υπογραμμίζει την ανάγκη να εξεταστούν σοβαρά και άλλες παράμετροι που επηρεάζουν το εισόδημα των εργαζομένων, πέραν του ονομαστικού μισθού.
Η διεύρυνση των μισθολογικών ανισοτήτων, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και η απουσία αποτελεσματικών μέτρων για την αντιμετώπιση της αισχροκέρδειας, συνθέτουν ένα δυσμενές περιβάλλον για τους εργαζόμενους, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τόσο μικρές αυξήσεις. Ο αγώνας για την αποκατάσταση των εργασιακών δικαιωμάτων και την ενίσχυση του εισοδήματος των πολιτών συνεχίζεται. Η ΓΣΕΕ, ως θεσμικός εκπρόσωπος των εργαζομένων, συνεχίζει να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας και την οικονομία, και δηλώνει παρούσα σε κάθε προσπάθεια που θα στοχεύει σε πραγματικές βελτιώσεις της ζωής των εργαζομένων. Τονίζεται η ανάγκη για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, το οποίο θα βάζει στο επίκεντρο τον άνθρωπο και την εργασία, διασφαλίζοντας δίκαιη κατανομή του πλούτου και προστασία από τις οικονομικές αναταράξεις. Η ανεπάρκεια της συγκεκριμένης αύξησης είναι ένα ακόμη σημάδι ότι απαιτείται μια ευρύτερη και πιο καλά σχεδιασμένη στρατηγική για την αντιμετώπιση των οικονομικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία.
