Μια ιδιαίτερα κρίσιμη δικαστική εξέλιξη έρχεται να αναδείξει ξανά το χρόνιο πρόβλημα των καθυστερήσεων στην απονομή της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Πρόκειται για την απόφαση 1695/2026 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάστηκε αποζημίωση 3.000 ευρώ σε πολίτη, λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας.
Η υπόθεση, που δημοσιοποιήθηκε από το dikastiko.gr, αφορά μια ποινική διαδρομή η οποία ξεκίνησε στις αρχές του 2019 και ολοκληρώθηκε πρωτοδίκως μόλις τον Ιούνιο του 2024. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η παρέλευση χρονικού διαστήματος άνω των πέντε ετών μέχρι την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης συνιστά παραβίαση του δικαιώματος του πολίτη για ταχεία και αποτελεσματική δικαστική προστασία.
Πέντε χρόνια αναμονής για μια απλή υπόθεση
Η διαδικασία εκκίνησε τον Ιανουάριο του 2019, όταν η αιτούσα κατέθεσε έγκληση για ψευδή κατάθεση και ηθική αυτουργία σε απειλή. Αν και επρόκειτο για υπόθεση χωρίς ιδιαίτερη νομική ή αποδεικτική πολυπλοκότητα, η εξέλιξή της εξελίχθηκε σε μια εξαντλητική δικαστική περιπέτεια.
Η προκαταρκτική εξέταση διήρκεσε περισσότερο από τριάμισι χρόνια, ενώ στο στάδιο της κύριας διαδικασίας στο ακροατήριο σημειώθηκαν αλλεπάλληλες αναβολές. Το αποτέλεσμα ήταν η έκδοση πρωτόδικης απόφασης σχεδόν πεντέμισι χρόνια μετά την αρχική κατάθεση της μήνυσης, γεγονός που κρίθηκε ότι υπερβαίνει τα όρια του «εύλογου χρόνου», όπως αυτός κατοχυρώνεται τόσο στο εθνικό όσο και στο ευρωπαϊκό δίκαιο.
Η κρίση του Δικαστηρίου: Η «απλότητα» δεν δικαιολογεί καθυστέρηση
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο σκεπτικό της απόφασης, το οποίο συντάχθηκε από την Πρωτοδίκη Ιωάννα Κρουσανιωτάκη. Στην απόφασή της επισημαίνεται με σαφήνεια ότι η συγκεκριμένη υπόθεση δεν εμφάνιζε δυσχέρειες ούτε ως προς το νομικό της σκέλος ούτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά.
Ακριβώς αυτή η απουσία πολυπλοκότητας καθιστά, σύμφωνα με το Δικαστήριο, ακόμη πιο αδικαιολόγητη τη χρονική διάρκεια της διαδικασίας. Η καθυστέρηση δεν μπορούσε να αποδοθεί σε αντικειμενικές δυσκολίες της υπόθεσης, αλλά σε οργανωτικές και λειτουργικές αδυναμίες του ίδιου του συστήματος απονομής δικαιοσύνης.
Ευθύνη της Πολιτείας για τις δυσλειτουργίες
Η απόφαση βασίστηκε στον νόμο 4239/2014, ο οποίος προβλέπει τη δυνατότητα χρηματικής ικανοποίησης λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης. Το Δικαστήριο υιοθέτησε μια σαφή θέση ως προς την ευθύνη για τις καθυστερήσεις: δυσλειτουργίες όπως η διακοπή συνεδριάσεων εξαιτίας του ωραρίου των γραμματέων ή οι καθυστερήσεις που συνδέονται με αποχές δικηγόρων δεν μπορούν να μετακυλίονται στον πολίτη.
Με άλλα λόγια, ο διάδικος δεν είναι υποχρεωμένος να «πληρώνει» το τίμημα των οργανωτικών αδυναμιών της Πολιτείας. Το κράτος οφείλει να διασφαλίζει ότι η απονομή της δικαιοσύνης πραγματοποιείται σε εύλογο χρονικό πλαίσιο, ανεξαρτήτως εσωτερικών προβλημάτων ή διοικητικών ελλείψεων.
Η απόφαση αυτή επαναφέρει στο επίκεντρο ένα διαρκές ζήτημα: την αδυναμία του δικαστικού μηχανισμού να ανταποκριθεί εντός προβλέψιμων και λογικών χρονικών ορίων, ακόμη και σε υποθέσεις που δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερες δυσκολίες.
Η οικονομική συγκυρία και το ύψος της αποζημίωσης
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της απόφασης αφορά τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τη βελτίωση των δημοσιονομικών δεδομένων της χώρας μετά την ολοκλήρωση των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής.
Παρά τις επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης και τις πιέσεις του πληθωρισμού, κρίθηκε ότι η ανάκτηση της δημοσιονομικής σταθερότητας και η έξοδος από τα μνημονιακά καθεστώτα συνιστούν παράγοντες που μπορούν να συνεκτιμηθούν για τον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Με αυτό το σκεπτικό, επιδικάστηκε το ποσό των 3.000 ευρώ ως δίκαιη αποζημίωση για την ψυχική ταλαιπωρία και την ανασφάλεια που συνεπάγεται μια τόσο παρατεταμένη διαδικασία.
Η απόφαση είναι τελεσίδικη και δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, γεγονός που σημαίνει ότι το ποσό καθίσταται άμεσα απαιτητό, σύμφωνα με το ειδικό νομοθετικό πλαίσιο.
Ο δικηγόρος Βασίλειος Σωτηρόπουλος που εκπροσώπησε την αιτούσα δήλωσε στο dikastiko.gr: «Η απόφαση 1695/2026 έκρινε ότι η χρονική απόσταση από την κατάθεση της μήνυσης μέχρι και την πρωτόδικη καταδίκη, υπερέβη την εύλογη διάρκεια της δίκης. Για πρώτη φορά το Δικαστήριο δέχθηκε τους ισχυρισμούς μας για βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας μετά την έξοδο από τα μνημόνια και την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, προκειμένου να καθορίσει το ύψος της αποζημίωσης. Παρά τη θετική αυτή εξέλιξη, τα ελληνικά δικαστήρια εξακολουθούν να αποκλίνουν από τα πρότυπα του ΕΔΔΑ, το οποίο έχει καθιερώσει αποζημίωση 1.000 ευρώ ανά έτος καθυστέρησης.».
Με πληροφορίες από το dikastiko.gr
