Στο επίκεντρο της δικαστικής επικαιρότητας παραμένει η Λάρισα, όπου για τέταρτη συνεχόμενη ημέρα συνεχίζεται στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο η εκδίκαση της υπόθεσης που αφορά τα εξαφανισμένα βίντεο από τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών. Μια υπόθεση που εξακολουθεί να προκαλεί εύλογα ερωτήματα και έντονη κοινωνική πίεση, καθώς συνδέεται με κρίσιμα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να ρίξουν φως στις συνθήκες του δυστυχήματος.
Έξω από το Δικαστικό Μέγαρο Λάρισας, συγκεντρωμένοι πολίτες και συγγενείς θυμάτων παρακολουθούν με αγωνία τις εξελίξεις. Ανάμεσά τους και η Μαρία Καρυστιανού, η οποία σε δηλώσεις της στάθηκε ιδιαίτερα επικριτική απέναντι στη διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη, εκφράζοντας την έντονη δυσαρέσκειά της για τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η δίκη, αλλά και για τον χειρισμό του ζητήματος των εκταφών.
«Συνεχίζεται η δίκη για τα εξαφανισμένα βίντεο από την οποία απουσιάζουν οι άνθρωποι που πρώτοι τα ακούμπησαν, δηλαδή ο ανακριτής, οι αστυνομικοί της ΔΕΕ, οι εισαγγελικοί λειτουργοί που τους συνόδευαν, οι οποίοι και θα μας έδιναν τις πληροφορίες για το πού πήγαν» ανέφερε η κ. Καρυστιανού η οποία πρόσθεσε πως «επίσης λείπουν και μάρτυρες από την πλευρά της Interstar, οι οποίοι βρήκαν τα βίντεο δύο χρόνια μετά και προχώρησαν τη διαδικασία».
Η αναφορά της επικεντρώθηκε στην απουσία βασικών προσώπων που, όπως υποστηρίζει, είχαν άμεση εμπλοκή στη διαχείριση του οπτικοακουστικού υλικού, στοιχείο που, κατά την ίδια, δημιουργεί σοβαρά κενά στην αποδεικτική διαδικασία. Το γεγονός ότι πρόσωπα τα οποία φέρονται να είχαν κρίσιμο ρόλο δεν βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου, εντείνει τον προβληματισμό των συγγενών, οι οποίοι αναμένουν απαντήσεις εδώ και μήνες.
Η ίδια διερωτήθηκε: «Είναι δυνατόν να γίνεται μια δίκη και να απουσιάζουν αυτοί οι μάρτυρες; Τι δίκη είναι αυτή; Η μόνη λέξη που μου έρχεται, είναι πως έχουμε μια δίκη παρωδία στην οποία αναγκαστικά συμμετέχουμε, χωρίς όμως να σταματούμε να καταγγέλλουμε αυτά που γίνονται».
Οι τόνοι, όπως ήταν αναμενόμενο, παραμένουν υψηλοί. Για τους συγγενείς των θυμάτων, η υπόθεση των βίντεο δεν αποτελεί μια τυπική δικονομική εκκρεμότητα, αλλά κρίσιμο κρίκο στην αλυσίδα της διερεύνησης. Η διαχείριση του υλικού και η καθυστέρηση στην ανάδειξή του στο φως, δύο χρόνια μετά το δυστύχημα, συνεχίζουν να προκαλούν ερωτήματα για το πώς λειτούργησαν οι αρμόδιες αρχές.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε η κ. Καρυστιανού και στο ζήτημα των εκταφών, ένα θέμα που έχει ανοίξει νέο κύκλο αντιπαραθέσεων. Όπως υποστήριξε, η κατεύθυνση που έχει δοθεί ως προς τις εξετάσεις που θα διενεργηθούν δεν ανταποκρίνεται – κατά την άποψή της – στον βασικό στόχο, δηλαδή τη διερεύνηση των αιτιών της απανθράκωσης.
«μία εισαγγελέας η οποία έχει επιληφθεί του θέματος των εκταφών και η οποία πρέπει να κάνει τις εκταφές για να μάθουμε ποια ουσία έκαψε τους ανθρώπους μας, έχει στα χέρια της από τα Ελληνικά Πανεπιστήμια ότι αυτές οι εξετάσεις που χρειάζονται δεν μπορούν να γίνουν στην Ελλάδα, διαθέτει από εμάς τα υπομνήματα για το ποιες εξετάσεις πρέπει να γίνουν και τα ειδικά εργαστήρια στην Ευρώπη που μπορούν να τις πραγματοποιήσουν κι η ίδια αποφασίζει ότι θα κάνει τις εκταφές όχι για να βρούμε την αιτία της απανθράκωσης, αλλά να κάνουμε DNA για το τι φάγανε και τι ήπιανε αυτοί που σκοτώθηκαν».
Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει το βάθος της δυσπιστίας που έχει διαμορφωθεί μεταξύ των οικογενειών και των θεσμικών χειρισμών της υπόθεσης. Οι συγγενείς επιμένουν ότι στόχος των εκταφών θα πρέπει να είναι η πλήρης επιστημονική διερεύνηση των αιτίων που οδήγησαν στην εκτεταμένη καταστροφή των σωμάτων, με αξιοποίηση εξειδικευμένων εργαστηρίων του εξωτερικού, εφόσον – όπως αναφέρουν – δεν υπάρχει σχετική δυνατότητα στη χώρα.
Η ίδια κατέληξε με ιδιαίτερα σκληρή κριτική προς τη Δικαιοσύνη και τους ανώτατους θεσμούς:
«Δεν ξέρω πώς να το χαρακτηρίσω, όχι στην Ευρώπη, ούτε στην Ουγκάντα ούτε στην Κολομβία, ούτε πουθενά δεν θα γινόντουσαν τέτοια αίσχη. Κι ο Άρειος Πάγος, αντί να διορθώσει τα πράγματα, στηρίζει την Εισαγγελέα, προφανώς γιατί όλα είναι ενορχηστρωμένα από ένα κακόβουλο αφεντικό που συνεχίζει να δίνει εντολές».
Η υπόθεση των Τεμπών εξακολουθεί να αποτελεί ανοιχτή πληγή για την ελληνική κοινωνία. Πέρα από τις ποινικές διαστάσεις, έχει αποκτήσει σαφή θεσμική και πολιτική βαρύτητα, καθώς κάθε νέα εξέλιξη συνοδεύεται από αιχμηρές τοποθετήσεις, καταγγελίες και έντονη αμφισβήτηση των διαδικασιών.
Πηγή: larissanet.gr
