Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κατέληξε σε ετυμηγορία ενοχής για τους τέσσερις κατηγορούμενους στην πολύκροτη υπόθεση των υποκλοπών που συνδέθηκε με τη διακίνηση και χρήση του παράνομου λογισμικού παρακολούθησης Predator. Πρόκειται για πρόσωπα που φέρονται να είχαν ρόλο εκπροσώπων και διαχειριστών δύο εταιρικών σχημάτων, τα οποία σχετίζονταν με την εμπορία και διάθεση του επίμαχου κατασκοπευτικού λογισμικού στην Ελλάδα.
Το δικαστήριο επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 126 ετών και 8 μηνών κατά συγχώνευση, ορίζοντας ως εκτιτέα τα 8 έτη. Παρότι διατάχθηκε η ολική έκτιση της ποινής, αποφασίστηκε να δοθεί αναστολή μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό, ενώπιον του Εφετείου.
Οι πράξεις για τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι
Οι τέσσερις κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι για την παρακολούθηση του τηλεφώνου του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη, της Αμερικανίδας Άρτεμις Σίφορντ, καθώς και ακόμη τριών προσώπων, για τα οποία οι πράξεις θεωρήθηκαν τετελεσμένες. Παράλληλα, το δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη 82 απόπειρων παρακολούθησης.
Το δικαστήριο δεν αναγνώρισε κανένα ελαφρυντικό στους κατηγορούμενους. Ωστόσο, τους απήλλαξε από την κατηγορία της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα σε ό,τι αφορά 108 πρόσωπα που δεν είχαν προχωρήσει σε υποβολή μήνυσης. Έτσι, η καταδίκη περιορίστηκε τελικά σε επτά πράξεις, δηλαδή στις περιπτώσεις εκείνων που είχαν καταθέσει έγκληση.
Τα αδικήματα
Οι καταδικασθέντες κρίθηκαν ένοχοι για:
Επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, τόσο σε τετελεσμένη μορφή όσο και σε απόπειρα.
Παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, επίσης από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα.
Παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα.
Η υπόθεση αφορά τους επιχειρηματίες Γιάννη Λαβράνο, Φέλιξ Μπίτζιο, καθώς και το ζεύγος Ταλ Τζόναθαν Ντίλιαν και Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου, οι οποίοι βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας υπόθεσης που προκάλεσε σφοδρές πολιτικές αντιδράσεις, καθώς άγγιξε τον πυρήνα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και του απορρήτου των επικοινωνιών.
Η εφαρμογή του ευμενέστερου νόμου
Στην υπόθεση εφαρμόστηκε αναδρομικά ο ευμενέστερος νόμος 4619/2019, ο οποίος είχε μετατρέψει την παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών από κακούργημα σε πλημμέλημα. Η συγκεκριμένη νομοθετική μεταβολή είχε ως αποτέλεσμα να διαφοροποιηθεί το ποινικό πλαίσιο εντός του οποίου κινήθηκε το δικαστήριο.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι κατηγορούμενοι, από το καλοκαίρι του 2020 έως και τα τέλη του 2021, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, φέρονται να προχώρησαν στην υλοποίηση των πράξεων που τους αποδόθηκαν. Όπως περιγράφεται, «εγκατέστησαν σε δύο περιπτώσεις τηλεφωνικών αριθμών (Άρτεμις Σίφορντ και Αθανασίου Κουκάκη) και επιχείρησαν να εγκαταστήσουν το κατασκοπευτικό λογισμικό σε άλλους 114 τηλεφωνικούς αριθμούς», μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν οι μηνυτές Νικόλαος Ανδρουλάκης και Χρήστος Σπίρτζης, με σκοπό να αποκτήσουν πρόσβαση σε πληροφορίες και προσωπικά δεδομένα που περιέχονταν στις συσκευές τους.
Σε ό,τι αφορά τους 114 επιπλέον στόχους, το κατηγορητήριο σημειώνει ότι «το έγκλημα τους δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση τους», καθώς οι παραλήπτες των μηνυμάτων δεν προχώρησαν στο άνοιγμα των επίμαχων συνδέσμων που λειτουργούσαν ως «δολώματα».
Η στάση των κατηγορουμένων και η εισαγγελική πρόταση
Οι κατηγορούμενοι δεν παρέστησαν αυτοπροσώπως στη διαδικασία, αλλά εκπροσωπήθηκαν από τους συνηγόρους τους. Κάνοντας χρήση δικονομικού τους δικαιώματος, επέλεξαν να μη δώσουν απολογία.
Ο πρόεδρος του δικαστηρίου, κ. Ασκιανάκης, μετά την αξιολόγηση του εκτεταμένου αποδεικτικού υλικού – το οποίο κατά τη διάρκεια της δίκης ενισχύθηκε με νέα στοιχεία και καταθέσεις μαρτύρων που δεν είχαν κληθεί αρχικά – υιοθέτησε σε μεγάλο βαθμό την πρόταση της εισαγγελικής έδρας.
Ο εισαγγελέας Δημήτρης Παυλίδης είχε εισηγηθεί την ενοχή όλων των κατηγορουμένων, επισημαίνοντας ότι ορισμένες πράξεις που αποδίδονταν ως τελεσθείσες «κατ’ εξακολούθηση» θα έπρεπε να χαρακτηριστούν «κατά συρροή», γεγονός που οδηγεί σε αυστηρότερη ποινική μεταχείριση.
Στην αγόρευσή του είχε υπογραμμίσει ότι «είναι αδιαμφισβήτητο ότι το Predator λειτούργησε στην επικράτεια της Ελλάδας», ενώ χαρακτήρισε την υπόθεση ιδιαιτέρως σοβαρή, τονίζοντας πως παραβιάζονται «βάναυσα, προσωπικά δεδομένα».
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά: «Αποτελεί απειλή για τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος γιατί δίνει εξουσίες σε άτομα που δεν θα έπρεπε να τις έχουν… Τυχόν χρήση του από υπηρεσίες θα πρέπει να αποτελεί ….σημείο αφύπνισης».
Κλείνοντας την αγόρευσή του, ο εισαγγελικός λειτουργός είχε δηλώσει ότι επιφυλάσσεται να τοποθετηθεί μετά την έκδοση της απόφασης για παράπλευρα ζητήματα, που ενδέχεται να συνδέονται με ποινικό έλεγχο μαρτυρικών καταθέσεων και πιθανή διαβίβαση πρακτικών στην Εισαγγελία για διερεύνηση του αδικήματος της ψευδούς κατάθεσης.
Η υπόθεση αναμένεται πλέον να κριθεί σε δεύτερο βαθμό, σε μια διαδικασία που θα διατηρήσει στο επίκεντρο το ζήτημα της προστασίας του απορρήτου και της λειτουργίας των θεσμών απέναντι σε σύγχρονα εργαλεία παρακολούθησης με εκτεταμένες δυνατότητες παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή.
