Ο επικεφαλής του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν, Αλί Λαριτζανί, αναδεικνύεται εκ νέου σε κεντρικό πρόσωπο των εξελίξεων, σε μια περίοδο που η Μέση Ανατολή φλέγεται και οι γεωπολιτικές ισορροπίες δοκιμάζονται. Στενός συνεργάτης και σύμβουλος του δολοφονηθέντα ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, ο Λαριτζανί θεωρείται από πολλούς εντός και εκτός Ιράν ως ένας από τους πλέον έμπειρους και ανθεκτικούς παράγοντες του καθεστώτος.
Βετεράνος της ιρανικής πολιτικής σκηνής, έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή κρίσιμων διαπραγματεύσεων και εσωτερικών αναμετρήσεων. Από τη διαχείριση του φακέλου του πυρηνικού προγράμματος έως τον χειρισμό των περιφερειακών σχέσεων της Τεχεράνης και την αντιμετώπιση των εσωτερικών αναταραχών, η διαδρομή του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις πιο ευαίσθητες υποθέσεις της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Προερχόμενος από μία από τις ισχυρότερες κληρικές οικογένειες της χώρας και με θητεία σε καίριες θέσεις εξουσίας, ο Λαριτζανί είχε αναλάβει στο παρελθόν την ευθύνη εποπτείας των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ για το πυρηνικό πρόγραμμα. Τον Ιανουάριο, του επιβλήθηκαν κυρώσεις με την κατηγορία ότι ηγήθηκε της αιματηρής καταστολής των αντικυβερνητικών κινητοποιήσεων.
Ο ίδιος κατηγόρησε τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ότι προσπαθούν να διαλύσουν και να λεηλατήσουν το Ιράν και προειδοποίησε την Κυριακή τις «αποσχιστικές ομάδες» ότι θα λάβουν σκληρή απάντηση αν επιχειρήσουν οποιαδήποτε ενέργεια.
Τον Αύγουστο διορίστηκε εκ νέου γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (SNSC), επιστρέφοντας σε μια θέση που είχε υπηρετήσει και δύο δεκαετίες νωρίτερα. Η παρουσία του σε αυτό το πόστο ερμηνεύεται ως ένδειξη εμπιστοσύνης του συστήματος στο πρόσωπό του, παρά τις κατά καιρούς φήμες για διαύλους επικοινωνίας με διαφορετικές φατρίες του καθεστώτος.
Η επιρροή του ως στρατηγικού συμβούλου είχε καταστεί εμφανής και με την πρόσφατη αποστολή του στο Ομάν, όπου ανέλαβε ρόλο μεσολαβητή για την προετοιμασία έμμεσων συνομιλιών με την Ουάσιγκτον σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα. Το ταξίδι πραγματοποιήθηκε σε μια συγκυρία έντονης πίεσης, καθώς οι ΗΠΑ ενίσχυαν τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή.
Παράλληλα, ο Λαριτζανί πραγματοποίησε διαδοχικές επισκέψεις στη Μόσχα, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική σημασία των σχέσεων με τη Ρωσία. Οι επαφές του με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν εντάσσονται στη γενικότερη προσπάθεια της Τεχεράνης να διατηρήσει ισχυρά ερείσματα απέναντι στη δυτική πίεση. Ταυτόχρονα, είχε ρόλο και στις επαφές με το Πεκίνο, που οδήγησαν στη συμφωνία 25ετούς στρατηγικής συνεργασίας το 2021.
Η στάση του στο πυρηνικό ζήτημα
Ο Λαριτζανί είχε διατελέσει επικεφαλής των πυρηνικών διαπραγματεύσεων από το 2005 έως το 2007, υπερασπιζόμενος τον εμπλουτισμό ουρανίου και προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η τεχνογνωσία δεν μπορεί να «ξεμαθευτεί». Σε μία χαρακτηριστική του αποστροφή, είχε παρομοιάσει τα ευρωπαϊκά κίνητρα για την εγκατάλειψη της παραγωγής πυρηνικών καυσίμων με «την ανταλλαγή ενός μαργαριταριού με μια σοκολάτα».
Πιο πρόσφατα, υιοθέτησε έναν πιο πραγματιστικό τόνο. «Κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα αυτό μπορεί να επιλυθεί», δήλωσε ο Λαριτζάνι στην κρατική τηλεόραση του Ομάν τον περασμένο μήνα, αναφερόμενος στις συνομιλίες με τις ΗΠΑ.
«Εάν η ανησυχία των Αμερικανών είναι ότι το Ιράν δεν πρέπει να προχωρήσει στην απόκτηση πυρηνικών όπλων, αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί», είχε πει.
Ωστόσο, μετά την έκρηξη της αντικυβερνητικής οργής τον Ιανουάριο, ο ρόλος του στο Συμβούλιο Ασφαλείας καταγγέλθηκε από την Ουάσιγκτον.
«Ο Λαριτζάνι ήταν ένας από τους πρώτους Ιρανούς ηγέτες που κάλεσε σε βία ως απάντηση στις νόμιμες απαιτήσεις του ιρανικού λαού», ανέφερε σε δήλωσή του το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ στις 15 Ιανουαρίου, προσθέτοντας ότι ο ίδιος ενήργησε κατόπιν εντολής του Χαμενεΐ.
Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κάνουν λόγο για χιλιάδες νεκρούς κατά τη διάρκεια της καταστολής – της σοβαρότερης εσωτερικής αναταραχής από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Ο Λαριτζανί, όπως και άλλοι αξιωματούχοι, υποστήριξε ότι κατανοεί τις διαμαρτυρίες για τις οικονομικές δυσκολίες, αλλά διαχώρισε τις ειρηνικές κινητοποιήσεις από τις ένοπλες ενέργειες που, κατά την άποψή του, υποκινήθηκαν από το Ισραήλ.
«Οι λαϊκές διαμαρτυρίες πρέπει να διαχωριστούν πλήρως από αυτές τις τρομοκρατικές ομάδες», ανέφερε στα κρατικά μέσα ενημέρωσης στις 10 Ιανουαρίου. «Οι ταραξίες είναι μια αστική ημι-τρομοκρατική ομάδα», σημείωνε στις 26 Ιανουαρίου.
Από τη Βουλή στις διεθνείς ισορροπίες
Πρώην μέλος των Φρουρών της Επανάστασης, ο Λαριτζανί διετέλεσε πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου από το 2008 έως το 2020. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, η Τεχεράνη κατέληξε σε πυρηνική συμφωνία με έξι μεγάλες δυνάμεις το 2015, έπειτα από σχεδόν δύο χρόνια διαπραγματεύσεων. Η συμφωνία αυτή ακυρώθηκε μονομερώς από τις ΗΠΑ το 2018, επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ, γεγονός που επανέφερε την ένταση στις σχέσεις Ιράν–Δύσης.
Ο ίδιος είχε διαμηνύσει πως το πυρηνικό πρόγραμμα «δεν θα καταστραφεί ποτέ». «Όταν ανακαλύπτεις μια τεχνολογία, δεν μπορούν να σου πάρουν την ανακάλυψη», δήλωσε στο PBS Frontline τον Σεπτέμβριο του 2025. «Είναι σαν να είσαι ο εφευρέτης μιας μηχανής και σου την κλέβουν. Πάντα μπορείς να την ξαναφτιάξεις».
Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές του να διεκδικήσει την προεδρία – το 2005, το 2021 και το 2024 – αποκλείστηκε δύο φορές από το Συμβούλιο των Φυλάκων, το οποίο επικαλέστηκε ζητήματα που αφορούσαν τον τρόπο ζωής του και οικογενειακούς δεσμούς στο εξωτερικό.
Γεννημένος το 1958 στη Νατζάφ του Ιράκ, με διδακτορικό στη φιλοσοφία και αδέλφια που κατέχουν επίσης υψηλά αξιώματα, ο Λαριτζανί αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαπλοκής θρησκευτικής καταγωγής και κρατικής εξουσίας στο Ιράν. Ακόμη και η οικογένειά του βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής έντασης, όταν – σύμφωνα με το Reuters – μία από τις κόρες του απολύθηκε τον Ιανουάριο από θέση καθηγήτριας ιατρικής στο πανεπιστήμιο Έμορυ των ΗΠΑ, μετά από διαμαρτυρίες Ιρανοαμερικανών ακτιβιστών.
