Γράφει ο Λάμπρος Παπαδής
Υπάρχουν δολοφονίες που δεν αφορούν μόνο έναν άνθρωπο. Είναι δολοφονίες ιδεών. Η δολοφονία του Μαρίνου Αντύπα τη νύχτα της 8 προς 9 Μαρτίου 1907 ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία.
Ο Αντύπας δεν ήταν απλώς ένας νέος δικηγόρος, δημοσιογράφος και κοινωνικός αγωνιστής. Ήταν μια φωνή που αμφισβητούσε ανοιχτά ένα βαθιά άνισο οικονομικό σύστημα. Ένα σύστημα όπου οι λίγοι αποφάσιζαν για τη ζωή των πολλών. Όταν έλεγε «Το δίκαιον είναι εκεί όπου το συμφέρον των πολλών και όχι των ολίγων, επομένως μεταχειρίζομαι τας δυνάμεις μου υπέρ της εξαφανίσεως του τσιφλικιού», δεν διατύπωνε απλώς μια πολιτική θέση. Διακήρυττε μια κοινωνική σύγκρουση.
Αυτή η σύγκρουση ήταν που τον έκανε επικίνδυνο.
Η εποχή του ήταν μια Ελλάδα όπου η γη συγκεντρωνόταν στα χέρια των τσιφλικάδων και οι κολίγοι ζούσαν σε συνθήκες σχεδόν φεουδαρχικές. Ο Αντύπας μίλησε γι’ αυτό. Προσπάθησε να ξυπνήσει συνειδήσεις. Να πείσει τους ανθρώπους ότι η αδικία δεν είναι φυσικός νόμος.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται το πραγματικό νόημα της δολοφονίας του.
Τη σκανδάλη μπορεί να την τράβηξε ο Ιωάννης Κυριακός, επιστάτης του μεγαλοτσιφλικά Αριστείδη Μεταξά, που τον πυροβόλησε πισώπλατα στο χωριό Πυργετός της Ραψάνης. Όμως οι πραγματικοί ηθικοί αυτουργοί ήταν το ίδιο το σύστημα που ένιωθε να απειλείται. Ένα οικονομικό καθεστώς που δεν ανεχόταν τη λέξη «δικαιοσύνη» όταν αυτή στρεφόταν υπέρ των πολλών.
Ο Μαρίνος Αντύπας πέθανε μόλις στα 35 του, ψιθυρίζοντας «Ισότης, αδελφότης, ελευθερία». Δεν είναι τυχαίο ότι διάλεξε το σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης. Γιατί ήξερε πως οι μεγάλες ιδέες γεννιούνται πάντα απέναντι στην αδικία.
Και ίσως γι’ αυτό η ιστορία του παραμένει επίκαιρη. Γιατί κάθε εποχή έχει τους δικούς της «τσιφλικάδες». Και κάθε κοινωνία κρίνεται από το αν επιτρέπει στους λίγους να καθορίζουν τη μοίρα των πολλών.
