Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προχώρησε σήμερα στον διορισμό του Γερμανού Αντρές Ρίττερ στη θέση του νέου επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO).
Η επταετής θητεία του αναμένεται να ξεκινήσει την 1η Νοεμβρίου, οπότε και θα διαδεχθεί τη σημερινή επικεφαλής του θεσμού, Λάουρα Κοδρούτσα Κόβεσι, της οποίας η θητεία ολοκληρώνεται στις 30 Οκτωβρίου 2026. Ο Ρίττερ υπηρετεί σήμερα ως αναπληρωτής Ευρωπαίος εισαγγελέας και διαθέτει πολυετή εμπειρία στο δικαστικό σύστημα της Γερμανίας.
Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση, ο Αντρέας Ρίττερ εντάχθηκε στο σώμα των Γερμανών εισαγγελέων το 1995, ενώ κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας έχει αναλάβει τη διοίκηση και τον συντονισμό διαφορετικών εισαγγελικών υπηρεσιών, αποκτώντας σημαντική εμπειρία στη διερεύνηση οικονομικών εγκλημάτων.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτελεί ανεξάρτητο θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρμόδιο για την έρευνα, την άσκηση ποινικών διώξεων και την παραπομπή στη Δικαιοσύνη υποθέσεων που σχετίζονται με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. Στις αρμοδιότητές της περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η διερεύνηση υποθέσεων απάτης εις βάρος ευρωπαϊκών κονδυλίων, περιπτώσεις διαφθοράς καθώς και διασυνοριακές απάτες ΦΠΑ που ξεπερνούν τα 10 εκατομμύρια ευρώ.
Ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έχει κεντρικό ρόλο στον συντονισμό του έργου του οργανισμού και εκπροσωπεί την υπηρεσία, η οποία έχει έδρα στο Λουξεμβούργο, στις σχέσεις της με τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κράτη-μέλη αλλά και τρίτες χώρες.
Μαζί με τους Ευρωπαίους εισαγγελείς από τα συμμετέχοντα κράτη, συγκροτείται το λεγόμενο Κολλέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, το οποίο έχει βασική αρμοδιότητα την εποπτεία των ερευνών και των ενδεχόμενων ποινικών διώξεων. Το Συμβούλιο της Ε.Ε. διορίζει έναν Ευρωπαίο εισαγγελέα από κάθε ένα από τα 24 κράτη-μέλη που συμμετέχουν στον μηχανισμό.
Ο διορισμός του Ρίττερ, πάντως, θα πρέπει να λάβει και την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προτού οριστικοποιηθεί. Όπως σημειώνεται στην ανακοίνωση, η EPPO έχει την ευθύνη να ερευνά και να διώκει ποινικά εγκλήματα που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων.
Η πρώτη Ευρωπαία Εισαγγελέας ήταν η Λάουρα Κοδρούτσα Κόβεσι, η οποία ανέλαβε τη θέση το 2019, σηματοδοτώντας την έναρξη λειτουργίας του νέου αυτού ευρωπαϊκού θεσμού.
Τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί για το έργο της υπηρεσίας δείχνουν το εύρος των υποθέσεων που χειρίζεται. Μέχρι το τέλος του 2025 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είχε σε εξέλιξη 3.602 ενεργές έρευνες, με τη συνολική εκτιμώμενη ζημία για τους προϋπολογισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών να ξεπερνά τα 67,2 δισεκατομμύρια ευρώ.
Σήμερα, συνολικά 24 χώρες συμμετέχουν στο σύστημα της EPPO: Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Κροατία, Κύπρος, Τσεχία, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιταλία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Ολλανδία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβενία, Σλοβακία, Ισπανία και Σουηδία.
Από την έναρξη της λειτουργίας της, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει εμπλακεί σε ορισμένες ιδιαίτερα σημαντικές υποθέσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται η διερεύνηση των περίφημων sms που αντάλλαξε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Pfizer, Άλμπερτ Μπουρλά, σχετικά με τις συμβάσεις για τα εμβόλια κατά της Covid-19, όπου εξετάστηκε το ενδεχόμενο τέλεσης ποινικών αδικημάτων.
Παράλληλα, η EPPO έχει συμμετάσχει σε εκτεταμένες πολυεθνικές έρευνες για απάτες στον ΦΠΑ ύψους 1,3 δισεκατομμυρίων ευρώ, στις οποίες φέρεται να εμπλέκονται ακόμη και οργανωμένα εγκληματικά δίκτυα όπως η ιταλική Καμόρα. Οι έρευνες της υπηρεσίας έχουν επεκταθεί επίσης στον έλεγχο της διαχείρισης ευρωπαϊκών κονδυλίων που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης.
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει αναλάβει – μεταξύ άλλων – τη διερεύνηση της περιβόητης σύμβασης 717 για τη σηματοδότηση και την τηλεδιοίκηση στους ελληνικούς σιδηροδρόμους, υπόθεση που επανήλθε στο προσκήνιο μετά το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη.
Η εμπλοκή της ευρωπαϊκής εισαγγελίας σε σειρά υποθέσεων στην Ελλάδα έχει προκαλέσει κατά καιρούς πολιτικές και θεσμικές αντιδράσεις. Η επικεφαλής του οργανισμού είχε ασκήσει δημόσια κριτική στον νόμο περί ευθύνης υπουργών, ειδικά σε σχέση με την υπόθεση των Τεμπών, ενώ πρόσφατα είχε καταγγείλει και εμπόδια που – σύμφωνα με την ίδια – αντιμετώπισαν οι ερευνητές της EPPO κατά τη διάρκεια ελέγχων στα γραφεία του ΟΠΕΚΕΠΕ στην Αθήνα.
Η ίδια πάντως έχει ξεκαθαρίσει ότι «δεν κυνηγάμε χώρες. Κυνηγάμε εγκλήματα». «Δεν με ενδιαφέρει αν είναι υπουργός, δήμαρχος ή γραμματέας. Αν υπάρχει παρανομία με ευρωπαϊκά κονδύλια, θα φτάσουμε μέχρι τέλους» είχε πει το 2019 σε συνέντευξή της στη γαλλική Monde.
