
Η διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση της ακρίβειας στη χώρα μας έχει αναδείξει την επιτακτική ανάγκη για την υιοθέτηση ευρύτερων και πιο αποτελεσματικών μέτρων, που θα υπερβαίνουν την απλή στόχευση της αισχροκέρδειας. Οι πολίτες βλέπουν καθημερινά την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται δραματικά, καθώς οι τιμές σε είδη πρώτης ανάγκης, ενέργεια και βασικές υπηρεσίες συνεχίζουν ανεξέλεγκτα την ανοδική τους πορεία. Η αισχροκέρδεια, αν και αδιαμφισβήτητα απαράδεκτη και πρέπει να αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα, αποτελεί συχνά σύμπτωμα και όχι την πρωταρχική αιτία του προβλήματος. Η οικονομική πραγματικότητα υπαγορεύει την ανάγκη για βαθύτερες παρεμβάσεις που θα αφορούν τη δομή της αγοράς, την ενίσχυση του ανταγωνισμού και την προστασία του καταναλωτή από τις διεθνείς πληθωριστικές πιέσεις, οι οποίες επηρεάζουν την εγχώρια οικονομία. Η υφιστάμενη πολιτική, όπως εκφράζεται μέσω των κυβερνητικών μέτρων, φαίνεται να είναι ανεπαρκής για να άρει τις συνέπειες αυτής της κατάστασης.
Οι πρόσφατες κυβερνητικές πρωτοβουλίες, αν και καλοπροαίρετες στην πρόθεσή τους, αποδεικνύονται συχνά κατώτερες των περιστάσεων όταν έρχονται αντιμέτωπες με την κλίμακα και την πολυπλοκότητα του προβλήματος της ακρίβειας. Η εστίαση αποκλειστικά στην πάταξη της αισχροκέρδειας, αν και αναγκαία, μοιάζει με την προσπάθεια να σβήσουμε φωτιές χωρίς να σβήνουμε την αιτία τους. Χωρίς μια συνολική στρατηγική που θα αντιμετωπίζει τις ρίζες του προβλήματος – όπως η υπερβολική εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες, οι στρεβλώσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, ή η έλλειψη ισχυρών μηχανισμών εποπτείας για την πραγματική κερδοφορία των επιχειρήσεων – οι όποιες προσπάθειες αντιμετώπισης της ακρίβειας κινδυνεύουν να είναι επιφανειακές και βραχύβιες. Η λαϊκή δυσαρέσκεια αυξάνεται, καθώς τα νοικοκυριά βρίσκουν όλο και πιο δύσκολο να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, με τον προϋπολογισμό τους υπό διαρκή πίεση.
Η κυβέρνηση καλείται να αναθεωρήσει την προσέγγισή της. Η πραγματική λύση για την αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί μια πολυδιάστατη προσέγγιση, η οποία θα περιλαμβάνει την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, τη στήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν αυξξημένο κόστος, και την εφαρμογή αποτελεσματικών μέτρων ελέγχου της αγοράς που θα εγγυώνται τη δίκαιη τιμολόγηση. Η απλή καταγγελία και η επιβολή προστίμων σε περιπτώσεις αισχροκέρδειας, αν και δικαιολογημένη, δεν αρκεί για να ανατρέψει τη δυναμική των αυξήσεων. Είναι απαραίτητο να ενισχυθούν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, να εκσυγχρονιστούν οι κανόνες ανταγωνισμού και να ληφθούν μέτρα για την απορρόφηση ή την αναδιανομή των κραδασμών που προκαλεί η διεθνής ενεργειακή κρίση και οι γεωπολιτικές εξελίξεις. Ο πολίτης αναζητά ουσιαστικές απαντήσεις και μακροπρόθεσμες λύσεις, όχι απλές διαχειριστικές παρεμβάσεις που αφήνουν ανέπαφη την κεντρική αιτία του προβλήματος.
Η στήριξη του εισοδήματος, παράλληλα με τη συγκράτηση των τιμών, αποτελεί το ζητούμενο. Η κυβέρνηση καλείται να ανταποκριθεί πιο δυναμικά στην όξυνση της ακρίβειας, λαμβάνοντας πρωτοβουλίες που ενσωματώνουν μια ολιστική αντίληψη για την οικονομία και την κοινωνία. Το μήνυμα που εκπέμπεται από την κοινωνία είναι σαφές: οι πολίτες δεν αναζητούν απλώς μέτρα που περιορίζουν τις ακραίες συμπεριφορές, αλλά ένα πλέγμα παρεμβάσεων που θα προστατεύει το εισόδημά τους και θα διασφαλίζει την πρόσβασή τους σε αγαθά και υπηρεσίες σε λογικές τιμές. Η επίλυση του προβλήματος της ακρίβειας δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε ad hoc λύσεις, αλλά απαιτεί μια συνεκτική πολιτική για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, την προστασία των ευάλωτων ομάδων και τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος σταθερότητας και ασφάλειας για τους καταναλωτές.
Η διαφάνεια στην αγορά και η ενίσχυση του ρόλου των ενώσεων καταναλωτών είναι επίσης καίριας σημασίας. Η αδράνεια ή η εφαρμογή ανεπαρκών μέτρων κινδυνεύει να οδηγήσει σε περαιτέρω κοινωνική δυσαρέσκεια και οικονομική αστάθεια.
