
Με αφορμή τον σάλο που προκάλεσαν οι φήμες χωρισμού της Ελένης Μενεγάκη, οι οποίες και διαψεύστηκαν κατηγορηματικά, η τηλεοπτική παρουσιάστρια Σίσσυ Χρηστίδου επέλεξε να μοιραστεί μια προσωπική της εμπειρία, η οποία έρχεται να ρίξει φως στην εργολαβική και συχνά αμφιλεγόμενη πρακτική κάποιων μέσων ενημέρωσης. Συγκεκριμένα, η Χρηστίδου αναφέρθηκε σε παλαιότερο δημοσίευμα που την ήθελε να διατηρεί σχέση με τον γνωστό ηθοποιό Γιάννη Στάνκογλου. Η αποκάλυψη της παρουσιάστριας αφορά μια αδιανόητη παράλειψη από πλευράς των συντακτών του εν λόγω ρεπορτάζ, γεγονός που προκαλεί προβληματισμό για την ποιότητα και την αντικειμενικότητα της δημοσιογραφικής έρευνας. Η Σίσσυ Χρηστίδου, με δηλώσεις της, υπογράμμισε ότι το κύριο χαρακτηριστικό ενός ολοκληρωμένου ρεπορτάζ θα έπρεπε να είναι η επικοινωνία με τους άμεσα εμπλεκόμενους. «Το ρεπορτάζ περιέχει και το τηλεφώνημα στον άμεσα ενδιαφερόμενο, γιατί αλλιώς δεν είναι ρεπορτάζ», τόνισε η παρουσιάστρια, εκφράζοντας την άποψη ότι αυτή είναι η ουσία της δουλειάς του δημοσιογράφου.
Στην περίπτωση, ωστόσο, που αφορά η δική της εμπειρία, με φήμες που την ήθελαν να βρίσκεται σε σχέση με τον Γιάννη Στάνκογλου, ουδέποτε της έγινε κλήση. Αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την εγκυρότητα τέτοιων αναφορών και την εμμονή κάποιων να προβάλλονται χωρίς να έχει γίνει καν η στοιχειώδης προσπάθεια επαλήθευσης, κάτι που σίγουρα θα επηρεάζει αρνητικά και τους αναγνώστες που ενημερώνονται από τέτοιες πηγές. Η στάση της Σίσσυς Χρηστίδου αναδεικνύει την πίεση και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα δημόσια πρόσωπα, τα οποία συχνά γίνονται αντικείμενο αβάσιμων φημών που διαπλέκονται με την ιδιωτική τους ζωή, χωρίς να υπάρχει η δέουσα τήρηση των δημοσιογραφικών δεοντολογίας. Η απουσία επικοινωνίας με το πρόσωπο που «κατηγορείται» ή «ενοχοποιείται» σε ένα υποτιθέμενο ρεπορτάζ, υποδηλώνει μια αβασάνιστη αναπαραγωγή πληροφοριών, που μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην εικόνα και την προσωπική ηρεμία του καθενός.
Είναι σημαντικό, λοιπόν, να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ εικασίας και πραγματικής πληροφόρησης, προστατεύοντας την αξιοπρέπεια και τα προσωπικά δεδομένα των ατόμων. Η αναφορά της παρουσιάστριας μπορεί να εκληφθεί και ως μια σαφής υπενθύμιση προς τους επαγγελματίες των ΜΜΕ για την ευθύνη που φέρουν. Η «ατιμωρησία» κάποιων και η έλλειψη ελέγχου σε αναφορές που βασίζονται σε αόριστες πηγές ή σε ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, οδηγεί σε ένα διαρκές κλίμα παραπληροφόρησης. Η Σίσσυ Χρηστίδου, μέσα από την προσωπική της μαρτυρία, ζητά ουσιαστικά την επαναφορά σε βασικές αρχές δημοσιογραφίας, δηλαδή την αναζήτηση της αλήθειας και την προσέγγιση όλων των πλευρών ενός ζητήματος, ιδιαίτερα όταν αυτό αφορά ευαίσθητα προσωπικά θέματα, όπως οι σχέσεις και οι προσωπικές στιγμές. Συνοψίζοντας, η δήλωση της Σίσσυς Χρηστίδου είναι ένα κάλεσμα για αναθεώρηση των δημοσιογραφικών πρακτικών.
Η αναπαραγωγή φημών χωρίς την απαραίτητη επαλήθευση και η παράλειψη της επικοινωνίας με τους πρωταγωνιστές, δεν υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, αλλά ενίοτε επιδιώκουν την εντυπωσιασμό με αμφίβολα μέσα. Η ουσιαστική ενημέρωση απαιτεί σεβασμό, εγκυρότητα και πάνω απ’ όλα, την τήρηση των δημοσιογραφικών κανόνων, προκειμένου να διαφυλάσσεται η αξιοπιστία και η αμεροληψία. Η εμπειρία της είναι μια υπενθύμιση ότι η ιδιωτική ζωή των επώνυμων, δεν είναι πάντα ένα πεδίο ελεύθερης εκμετάλλευσης από την ενημέρωση. Η αντίδραση της παρουσιάστριας, η οποία έρχεται να συμπληρώσει την πρόσφατη διάψευση άλλης μεγάλης δημόσιας προσωπικότητας, υπογραμμίζει την αυξανόμενη δυσφορία απέναντι στην δημοσιογραφική αδιακρισία. Είναι γεγονός πως οι φήμες και τα σενάρια που κυκλοφορούν στον χώρο του θεάματος, αγγίζουν συχνά τα όρια του προσωπικού και του κοινοβίου, θέτοντας ζητήματα δεοντολογίας και σεβασμού.
Η Φήμη, άλλωστε, είναι ένα ισχυρό εργαλείο, αλλά και ένα ευαίσθητο υλικό, που απαιτεί χειρισμό με απόλυτη προσοχή και υπευθυνότητα. Η Σίσσυ Χρηστίδου, μέσα από την παρέμβασή της, βάζει ένα τέλος στην αβασάνιστη διάδοση τέτοιων πληροφοριών, θέλοντας να προβάλει την ανάγκη για έναν πιο ποιοτικό και ηθικό δημοσιογραφικό λόγο.
