Συνέντευξη στην Τέτα Τσετσέκου
Οι οικονομικές επιπτώσεις από τον πόλεμο στο Ιράν συνδέονται άμεσα τόσο με τη διάρκεια όσο και με την ένταση της σύγκρουσης. Όταν μία κρίση παρατείνεται, οι συνέπειές της δεν περιορίζονται μόνο στους τομείς που πλήττονται αρχικά, αλλά επεκτείνονται σταδιακά σε
ολόκληρη την οικονομία.
Η Κωνσταντίνα Γεωργάκη, επίκουρη καθηγήτρια Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μιλώντας στην One Voice αναλύει τις πολυδιάστατες επιπτώσεις στον τομέα της ενέργειας και των μεταφορών, που θα επηρεάσουν το κόστος ζωής, τις τιμές των προϊόντων και τη σταθερότητα των αγορών. Παράλληλα, ξεκαθαρίζει πως η ανάγκη για ενεργειακή ασφάλεια και διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας καθίσταται πιο επιτακτική από ποτέ.
Ποια είναι η νομική σας άποψη για την επίθεση του Ισραήλ και των ΗΠΑ κατά του Ιράν υπό το πρίσμα του Διεθνούς Δικαίου;
Στο Ιράν τα πράγματα είναι περίπλοκα. Μέχρι και μία ημέρα πριν από το προηγούμενο Σάββατο υπήρχαν διαπραγματεύσεις, προκειμένου να επιλυθούν τα ζητήματα που είχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες με το Ιράν, κυρίως σε σχέση με τον εμπλουτισμό ουρανίου και την πιθανή ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Δεν κατέστη δυνατό να υπάρξει διπλωματική λύση και, στη συνέχεια, το Ισραήλ και -σε μικρότερο βαθμό- οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε αυτή τη φάση, αποφάσισαν να προχωρήσουν σε στρατιωτική ενέργεια. Κάθε πλευρά, βεβαίως, και ιδίως το Ισραήλ, θα μπορούσε να επικαλεστεί ότι, βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας.
Το Ισραήλ έχει επανειλημμένα αναφέρει ότι, το Ιράν έχει διατυπώσει απειλές εις βάρος του. Ωστόσο, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε σε ποιον βαθμό οι απειλές αυτές είχαν μετατραπεί σε συγκεκριμένες ενέργειες ή σε πράξεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ένοπλη επίθεση. Το κρίσιμο στοιχείο για τη νομιμοποίηση μιας πολεμικής ενέργειας είναι ότι,
δεν πρέπει να έχει επιθετικό χαρακτήρα πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο της νόμιμης άμυνας. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι προφανής ο αμυντικός χαρακτήρας ούτε για τις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε για το Ισραήλ. Δηλαδή, δεν υπήρχε κάποια άμεση ένοπλη ενέργεια από την πλευρά του Ιράν που να μπορεί εύκολα να θεωρηθεί επίθεση, ώστε
να θεμελιωθεί με σαφήνεια η νομιμοποίηση μιας στρατιωτικής αντίδρασης.
Πραγματοποιούνται πολλές στρατιωτικές επιθέσεις, τα τελευταία χρόνια, χωρίς τη νομιμοποίηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ;
Στις περισσότερες συρράξεις των τελευταίων ετών, ο ιθύνων επιχειρεί να παρουσιάσει τις ενέργειές του ως πράξεις άμυνας ή να τους προσδώσει έναν μανδύα νομιμοποίησης. Μπορεί να μην είναι ακριβώς άμυνα, αλλά μία έμμεση προστασία, με το επιχείρημα ότι, η επέμβαση αποσκοπεί στη διαφύλαξη ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων, που συνδέονται, με κάποιον τρόπο, με το κράτος που επεμβαίνει. Ωστόσο, η επιχειρηματολογία αυτή είναι συνήθως έωλη και επισφαλής.
Στην πλειονότητά τους, τέτοιου είδους επιθέσεις έχουν κριθεί παράνομες. Μπορεί η πιθανή κλιμάκωση της σύγκρουσης, ιδίως αν επηρεαστούν κρίσιμες ενεργειακές υποδομές και θαλάσσια περάσματα, να οδηγήσει σε σημαντικές επιπτώσεις για την οικονομία;
Οι οικονομικές επιπτώσεις συνδέονται άμεσα τόσο με τη διάρκεια όσο και με την ένταση της σύγκρουσης. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε ένα αρχικό στάδιο, κατά το οποίο οι αγορές έχουν, ήδη, αρχίσει να επηρεάζονται από το κλίμα αβεβαιότητας και επισφάλειας. Παρατηρείται αύξηση στο κόστος της ενέργειας, η οποία οφείλεται κυρίως στον φόβο. Μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιαστεί κάποια σημαντική έλλειψη, δεδομένου ότι η κατάσταση ξεκίνησε μόλις το προηγούμενο Σάββατο. Εάν, ωστόσο, η κρίση συνεχιστεί, οι επιπτώσεις
θα αρχίσουν να αποτυπώνονται πιο έντονα στην πραγματική οικονομία.
Πέρα από το ζήτημα της ενέργειας, ενδέχεται να προκύψουν προβλήματα στη διεθνή ναυσιπλοΐα και σε κρίσιμα θαλάσσια περάσματα. Τέτοιες αποσταθεροποιήσεις θα οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση του κόστους μεταφοράς και σε καθυστερήσεις στους χρόνους παράδοσης, γεγονός που θα προκαλέσει αλυσιδωτές αυξήσεις τιμών σε παγκόσμιο επίπεδο. Να σημειώσουμε, επίσης, πως μέχρι στιγμής βλέπουμε κυρίως προειδοποιητικά πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές. Αν, όμως, η κατάσταση κλιμακωθεί και υπάρξει ευρύτερη κινητοποίηση, ενδέχεται να πληγούν πιο κρίσιμες εγκαταστάσεις. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν μόνο στην ενέργεια, αλλά θα επεκταθούν συνολικά στην οικονομική δραστηριότητα.
Οι αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος μπορούν να οδηγήσουν σε άνοδο των τιμών όχι μόνο στα καύσιμα, αλλά και στα τρόφιμα και στα είδη πρώτης ανάγκης, με ιδιαίτερες επιπτώσεις για τα ευάλωτα νοικοκυριά;
Οι αυξήσεις στην ενέργεια θα φέρουν αυξήσεις και στα τρόφιμα. Η βενζίνη και το πετρέλαιο δεν χρησιμοποιούνται μόνο για τη θέρμανση ή την κίνηση οχημάτων. Αποτελούν βασικό συντελεστή παραγωγής στη βιομηχανία και στις μεταφορές. Επομένως, όταν αυξάνεται το ενεργειακό κόστος αυξάνεται το κόστος παραγωγής. Οι επιχειρήσεις, σε πολλές περιπτώσεις, δεν μπορούν να απορροφήσουν πλήρως αυτές τις αυξήσεις. Έτσι, μέρος ή και το σύνολο της επιβάρυνσης μετακυλίεται, τελικά, στον καταναλωτή. Και εκεί εντοπίζεται το κρίσιμο σημείο για την κοινωνία και τα νοικοκυριά.
Στην Ελλάδα, αναμένεται να είναι ιδιαίτερα μεγάλες οι άμεσες επιπτώσεις, λόγω των χαμηλών εισοδημάτων και της περιορισμένης προόδου στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας;
Όταν αυξάνεται το κόστος ζωής και δεν αυξάνονται αντίστοιχα τα εισοδήματα, τα νοικοκυριά αναγκάζονται να βρουν εναλλακτικούς τρόπους για να καλύψουν τις ανάγκες τους, περιορίζοντας δαπάνες ή αναδιαμορφώνοντας τον οικογενειακό τους προϋπολογισμό.
Οι επιπτώσεις, βεβαίως, θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης. Σε κάθε περίπτωση, τα άμεσα αποτελέσματα θα είναι αυξήσεις τιμών που θα μετακυλιστούν στον τελικό καταναλωτή. Είτε πρόκειται για ενέργεια -φυσικό αέριο, βενζίνη, πετρέλαιο- είτε για
τρόφιμα και βασικά αγαθά, η επιβάρυνση θα γίνει αισθητή.
Στην Ελλάδα δεν έχουμε ακόμη επιτύχει επαρκή διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, με αποτέλεσμα να εξαρτιόμαστε σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες. Αυτό σημαίνει ότι, οποιαδήποτε διεθνής αναταραχή στην αγορά ενέργειας μας επηρεάζει άμεσα. Δεν βρισκόμαστε στο ίδιο σημείο με την περίοδο του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας, ωστόσο είναι ακόμη νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα.
Σε επίπεδο Ευρώπης, ποια είναι η τρέχουσα κατάσταση όσον αφορά στην απεξάρτηση από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, αλλά και στην ανεύρεση εναλλακτικών παρόχων ενέργειας για την κάλυψη των αναγκών;
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία απεξάρτησης από το ρωσικό πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Αυτό σημαίνει ότι, ήδη, βρισκόμαστε σε αναζήτηση εναλλακτικών παροχών ενέργειας. Με τα διαδοχικά πακέτα κυρώσεων κατά της Ρωσίας προβλέπεται η σταδιακή διακοπή των ρωσικών προμηθειών μέσα στα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, παρατηρείται ότι, ορισμένες από τις χώρες που θα μπορούσαν να αποτελέσουν εναλλακτικούς προμηθευτές, δεν είναι απαραίτητα πιο σταθερές γεωπολιτικά.
Συνεπώς, η διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας δεν είναι απλή διαδικασία. Εάν δεν εξασφαλιστούν επαρκείς εναλλακτικές λύσεις για την κάλυψη των ενεργειακών μας αναγκών, ενδέχεται να χρειαστεί αναπροσαρμογή ή καθυστέρηση ορισμένων πολιτικών αποφάσεων. Η ενεργειακή επάρκεια, σε κάθε περίπτωση, είναι απαραίτητη. Όλα, λοιπόν, εξαρτώνται από το πόσο θα διαρκέσει αυτή η κατάσταση αστάθειας. Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί ακόμη ένα μάθημα:
Πρέπει να διαφοροποιήσουμε ουσιαστικά τις πηγές προμήθειας ενέργειας, ώστε να μη βρισκόμαστε σε υπερβολική εξάρτηση από μία μόνο χώρα. Το μάθημα αυτό θα έπρεπε να είχε γίνει σαφές, ήδη, από το 2014, με την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία. Παρ’ όλα αυτά, η Ευρώπη συνέχισε να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη ρωσική
ενέργεια. Τώρα είναι επιτακτική η ανάγκη για ουσιαστική διαφοροποίηση.
Σε ό,τι αφορά τον τουρισμό, εάν η κρίση παραταθεί, ποιες αναμένονται να είναι οι επιπτώσεις στον συγκεκριμένο τομέα;
Θα προκύψουν ζητήματα, όχι τόσο λόγω ζητημάτων ασφάλειας, όσο λόγω κόστους. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους οδηγεί σε αύξηση των αεροπορικών ναύλων και γενικότερα του κόστους μεταφοράς. Κατά την τουριστική περίοδο ο πληθυσμός της χώρας ουσιαστικά διπλασιάζεται, γεγονός που αυξάνει κατακόρυφα την κατανάλωση ενέργειας. Αυτό συνεπάγεται αυξημένο λειτουργικό κόστος για επιχειρήσεις, ξενοδοχεία, μεταφορές και λοιπές υπηρεσίες. Εάν η ενεργειακή πίεση συνεχιστεί, το κόστος αυτό θα μετακυλιστεί στους
καταναλωτές και ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την ανταγωνιστικότητα του τουριστικού μας προϊόντος κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Πηγή: Καιημερινή Εφημερίδα One Voice
