
Μια ανησυχητική κατάσταση εξελίσσεται στο οδικό δίκτυο των Ιωαννίνων, με οδηγούς να καταγγέλλουν μια ιδιαίτερα επικίνδυνη πρακτική. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο τμήμα του δρόμου μετά το φανάρι της Βλαχόστρατας, στην πορεία προς το Σταυράκι. Φαίνεται ότι κάποιες φορές, κατά τη διάρκεια της νύχτας, άγνωστοι εκμεταλλεύονται την απουσία επαρκούς φωτισμού στο σημείο αυτό, με σκοπό να επιτεθούν σε διερχόμενους οδηγούς. Η μέθοδος που χρησιμοποιούν είναι η στόχευση των ματιών των οδηγών με ισχυρά πράσινα λέιζερ. Η πράξη αυτή, όπως είναι αναμενόμενο, προκαλεί στιγμιαία τύφλωση και αποπροσανατολισμό, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την ασφάλεια όσων βρίσκονται στο αυτοκίνητο, αλλά και των υπολοίπων χρηστών του δρόμου. Είναι εύκολα αντιληπτό ότι η απώλεια του ελέγχου του οχήματος, ακόμα και για κλάσματα του δευτερολέπτου, μπορεί να έχει τραγικές συνέπειες.
Η προσπάθεια εκφοβισμού ή η ψευδής αίσθηση «διασκέδασης» των δραστών, αντικαθίσταται από την πραγματική απειλή για ανθρώπινες ζωές και υλικές ζημιές, καθιστώντας το περιστατικό άκρως ανησυχητικό. Η απουσία φωτισμού σε κομβικά σημεία του οδικού δικτύου, όπως αυτό, δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για τέτοιου είδους επικίνδυνες ενέργειες. Οι αρμόδιες αρχές καλούνται να ερευνήσουν άμεσα τις καταγγελίες και να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την αποτροπή παρόμοιων περιστατικών. Η ευθύνη για την ασφάλεια των πολιτών ανήκει πρωτίστως στην Πολιτεία, η οποία οφείλει να διασφαλίζει ότι οι δρόμοι είναι ασφαλείς για όλους. Η ενίσχυση του φωτισμού, η αύξηση της αστυνομικής παρουσίας σε πιθανά σημεία κινδύνου και η ευαισθητοποίηση του κοινού για τους κινδύνους τέτοιων πράξεων είναι κρίσιμες. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τέτοιες ενέργειες δεν είναι απλώς ανεύθυνες, αλλά αποτελούν και ποινικό αδίκημα.
Η πρόκληση κινδύνου σε αθώους πολίτες, ειδικά όταν βρίσκεται κανείς πίσω από το τιμόνι ενός οχήματος, αντιμετωπίζεται από τη νομοθεσία με αυστηρότητα. Άμεση κινητοποίηση των αστυνομικών αρχών και η διεξαγωγή πλήρους έρευνας για τον εντοπισμό των δραστών είναι επιτακτική ανάγκη. Η δημόσια ασφάλεια δεν είναι διαπραγματεύσιμη και απαιτείται διαρκής επαγρύπνηση και δράση από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.
