Γράφει ο Λάμπρος Παπαδής
Η παραίτηση του Μακάριου Λαζαρίδη από το χαρτοφυλάκιο του Υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης δεν είναι ένα απλό πολιτικό γεγονός. Είναι η κορύφωση μιας υπόθεσης που αποκαλύπτει, με τον πιο ωμό τρόπο, την απόσταση ανάμεσα στο αφήγημα της «αριστείας» και στην πραγματική λειτουργία της εξουσίας υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Για ημέρες, το Μέγαρο Μαξίμου επέλεξε συνειδητά να καλύψει έναν στενό συνεργάτη του πρωθυπουργού. Παρά τις αποκαλύψεις ότι ο Μακάριος Λαζαρίδης διορίστηκε και πληρωνόταν ως «ειδικός επιστήμονας» χωρίς να διαθέτει πτυχίο ή αναγνωρισμένο τίτλο ανώτατης εκπαίδευσης, η κυβέρνηση επέμεινε σε μια γραμμή σιωπής και πολιτικής προστασίας. Δεν επρόκειτο για αμηχανία — αλλά για επιλογή.
Η στάση του ίδιου του πρωθυπουργού στη Βουλή ήταν ενδεικτική. Κατά τη συζήτηση στην Βουλή για το κράτος δικαίου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης απέφυγε οποιαδήποτε αναφορά στην υπόθεση, την ώρα που κυβερνητικά στελέχη επιχειρούσαν στα τηλεοπτικά πάνελ να «δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα». Σε μια περίοδο που η κοινωνία ζητά διαφάνεια και λογοδοσία, η σιωπή μεταφράζεται σε πολιτική ευθύνη. Η κατάσταση, ωστόσο, κατέστη μη διαχειρίσιμη όταν το εσωτερικό μέτωπο άρχισε να ρηγματώνεται. Η παρέμβαση της Ντόρας Μπακογιάννη δεν ήταν απλώς μια διαφοροποίηση· ήταν μια πολιτική καταδίκη με σαφείς αιχμές, που ουσιαστικά έδωσε το σήμα της αποχώρησης. Μιλώντας στο Mega, δήλωσε:
«τώρα ασχολούμαστε με την υπόθεση Λαζαρίδη πριν από 20 χρόνια…η όλη αυτή ιστορία είναι πάρα πολύ άσχημη, έχει και κόστος για εμάς και μας έχει στεναχωρήσει πολύ και σε επίπεδο κοινοβουλευτικής ομάδας και σε επίπεδο κόμματος. Μιλάμε για κάτι το οποίο έγινε πριν 20 χρόνια. Είναι σαφές ότι ήταν παράτυπο. Από εκεί και πέρα, θα δούμε την εξέλιξη. Ο Μακάριος Λαζαρίδης είναι κομματικό στέλεχος πάρα πολλά χρόνια. Εγώ τον ξέρω από τότε που ήταν μικρό παιδί. Δεν πιστεύω ότι το χειρίστηκε καλά και πιστεύω ότι τώρα, έτσι όπως έχουν φτάσει τα πράγματα, θα έπρεπε να διευκολύνει τον πρωθυπουργό και το κόμμα του (σ.σ. να παραιτηθεί). Εμένα τι με στενοχωρεί παραπάνω… Κάναμε ένα τεράστιο αγώνα να φέρουμε παιδιά πίσω από το εξωτερικό, να τους πούμε «παιδιά έχετε μέλλον στην Ελλάδα»… το μπέρδεμα του μηνύματος και το να θολώνει τόσο πολύ το μήνυμα της αξιοκρατίας…είναι λάθος μήνυμα».
Η δήλωση αυτή δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Αναγνωρίζει ρητά το «παράτυπο», καταγράφει το πολιτικό κόστος και, κυρίως, θέτει ευθέως ζήτημα αξιοκρατίας. Και όταν αυτό γίνεται από ένα κορυφαίο στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας, η υπόθεση παύει να είναι επικοινωνιακά διαχειρίσιμη. Την ίδια ώρα, στο εσωτερικό της κοινοβουλευτικής ομάδας, η οργή ήταν διάχυτη. Δεκάδες βουλευτές της «γαλάζιας» παράταξης βρίσκονταν στα κάγκελα για την επιλογή του Μαξίμου να προστατεύσει τον Μακάριο Λαζαρίδη. Όπως υποστηρίζουν, στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ «βγήκαν στα μανταλάκια», ενώ στην περίπτωση Λαζαρίδη υπήρχε —κατά τους ίδιους— «καραμπινάτη παρανομία» που επιχειρήθηκε να καλυφθεί.
Η παραίτηση, τελικά, δεν ήρθε ως πράξη ευθύνης, αλλά ως αναγκαστική εκτόνωση μιας κρίσης που είχε ήδη ξεφύγει από τον έλεγχο. Και το πολιτικό αποτύπωμα παραμένει: μια κυβέρνηση που εμφανίζεται να εφαρμόζει δύο μέτρα και δύο σταθμά, υπονομεύοντας το ίδιο της το αφήγημα. Σε μια κοινωνία που έχει κουραστεί από εξαιρέσεις και «διευθετήσεις», τέτοιες υποθέσεις δεν περνούν απαρατήρητες. Αντιθέτως, συσσωρεύουν φθορά — και αυτή τη φορά, η φθορά έχει σαφές πρόσωπο.
