
Η Ήπειρος, διαχρονικά πλούσια σε πολιτιστική κληρονομιά, έχει τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια μεταμορφωθεί σε ένα τεράστιο πεδίο δράσης για έργα πολιτιστικού χαρακτήρα. Με την αξιοποίηση κοινοτικών κονδυλίων, κυρίως μέσω του ΕΣΠΑ, και την υλοποίηση του φιλόδοξου προγράμματος “Πολιτιστική Διαδρομή στα Αρχαία Θέατρα”, δαπανήθηκαν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ για την αναβάθμιση και ανάδειξη εμβληματικών μνημείων. Η Δωδώνη, η Νικόπολη, η Κασσώπη, τα Γίτανα και η Αμβρακία αποτέλεσαν πεδία όπου οι αναστηλωτικές εργασίες προχώρησαν με εντατικούς ρυθμούς, ομορφαίνοντας τους αρχαιολογικούς χώρους και καθιστώντας τους πιο προσβάσιμους. Τα έργα αυτά, στόχο είχαν να ενισχύσουν την ταυτότητα της περιοχής και να προσελκύσουν επισκέπτες, προσφέροντας μια νέα πνοή στον πολιτιστικό τουρισμό της Ηπείρου, με άξονα τη μοναδική ιστορία που κρύβεται πίσω από κάθε αρχαίο λιθάρι. Ωστόσο, πίσω από το λαμπερό προσωπείο των ανακαινισμένων μνημείων και των εντυπωσιακών δαπανών, κρύβεται μια δυσοίωνη πραγματικότητα.
Τα πιο πρόσφατα στατιστικά στοιχεία, όπως αυτά που προκύπτουν από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) και τον Οργανισμό Διαχείρισης και Ανάπτυξης Αρχαιολογικών Χώρων και Μνημείων (ΟΔΑΠ), σκιαγραφούν μια απογοητευτική εικόνα. Παρά το γεγονός ότι η χρηματοδότηση υπήρξε γενναιόδωρη και τα έργα ολοκληρώθηκαν, τα αρχαιολογικά μνημεία στην Ήπειρο παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άδεια από επισκέπτες. Η αύξηση της επισκεψιμότητας, που θα έπρεπε να είναι ο φυσικός επακόλουθος μιας τόσο μεγάλης επένδυσης, δεν έχει πραγματοποιηθεί, αφήνοντας αναπάντητα σοβαρά ερωτήματα. Πού σπαταλήθηκαν τα χρήματα αν όχι στον προορισμό τους; Γιατί δεν ενισχύθηκε η προβολή και η προσέλκυση τουριστών; Η κατάσταση αυτή εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των στρατηγικών που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Όταν εκατομμύρια ευρώ διοχετεύονται σε υποδομές και συντήρηση, είναι εύλογο να αναμένει κανείς αντίστοιχη αύξηση του ενδιαφέροντος και της επισκεψιμότητας.
Η αναστήλωση των αρχαίων θεάτρων, η δημιουργία νέων εκθέσεων και η βελτίωση των προσβάσεων είναι όντως σημαντικά βήματα, όμως φαίνεται πως η προσέλκυση του κοινού δεν είναι αυτόματη διαδικασία. Χρειάζεται συντονισμένη προσπάθεια προβολής, marketing, και ανάπτυξη δράσεων που θα καθιστούν τους χώρους αυτούς ζωντανούς και ελκυστικούς σε ένα ευρύτερο κοινό, τόσο εγχώριο όσο και διεθνές. Η πραγματική αξία ενός πολιτιστικού μνημείου αναδεικνύεται όταν αυτό γίνεται κτήμα του κόσμου. Είναι επιτακτική η ανάγκη για μια ριζική επανεξέταση της προσέγγισης που έχει υιοθετηθεί. Η επιτυχία ενός έργου πολιτιστικού χαρακτήρα δεν πρέπει να μετράται μόνο από τα αρχικά στάδια υλοποίησης και κατασκευής, αλλά κυρίως από την απήχηση που έχει στο κοινό και τον αντίκτυπό του στην τοπική κοινωνία και οικονομία. Η διάθεση μεγάλων χρημάτων για την ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς έχει νόημα μόνο εάν αυτή η κληρονομιά γίνει προσβάσιμη και ελκυστική σε όλους.
Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να βλέπουμε τα μνημεία μας να παραμένουν σιωπηλοί μάρτυρες μιας χαμένης ευκαιρίας, με τα χρήματα να έχουν δαπανηθεί χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα ως προς την ανάδειξη και την προσέλκυση επισκεπτών, αφήνοντας τους αρχαιολογικούς χώρους της Ηπείρου να αδειάζουν. Η διοχέτευση σημαντικών οικονομικών πόρων στην αναστήλωση και ανάδειξη αρχαιολογικών χώρων στην Ήπειρο, όπως η Δωδώνη, η Νικόπολη, η Κασσώπη, τα Γίτανα και η Αμβρακία, αποτελεί εκ πρώτης όψεως ένα θετικό εγχείρημα. Το ΕΣΠΑ και η «Πολιτιστική Διαδρομή στα Αρχαία Θέατρα» υπήρξαν οι βασικοί μοχλοί για τη χρηματοδότηση αυτών των έργων, με στόχο την αναζωογόνηση της πολιτιστικής ζωής της περιοχής. Η βελτίωση της εικόνας των μνημείων και η δημιουργία καταλυμάτων και υποδομών για την καλύτερη υποδοχή των επισκεπτών είναι αδιαμφισβήτητα βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση.
Ωστόσο, η αποσύνδεση μεταξύ της επένδυσης και της πραγματικής επισκεψιμότητας, όπως υποδεικνύεται από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, δημιουργεί έντονη ανησυχία. Προκύπτει το ερώτημα εάν οι προτεραιότητες τέθηκαν σωστά και εάν οι στρατηγικές προβολής ήταν επαρκείς για να καλύψουν το χάσμα μεταξύ των εκατομμυρίων που επενδύθηκαν και της απουσίας επισκεπτών. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 15 ετών, η Ήπειρος έχει υποδεχθεί μια άνευ προηγουμένου ροή κεφαλαίων, με σκοπό την ενίσχυση και την ανάδειξη της πλούσιας πολιτιστικής της κληρονομιάς. Τα προγράμματα που στηρίχθηκαν από το ΕΣΠΑ και πρωτοβουλίες όπως η «Πολιτιστική Διαδρομή στα Αρχαία Θέατρα» είχαν ως επίκεντρο εμβληματικούς χώρους όπως η αρχαία Δωδώνη, η ρωμαϊκή Νικόπολη, η αρχαία Κασσώπη, τα Γίτανα και η αρχαία Αμβρακία. Τα μνημεία αυτά, που φέρουν την ιστορική μνήμη αιώνων, έχουν υποστεί σημαντικές παρεμβάσεις αναστήλωσης και ανάδειξης, με αποτέλεσμα τη βελτίωση της αισθητικής τους και την καλύτερη προσβασιμότητα.
Η προσπάθεια αυτή, όσο φιλόδοξη και αν είναι, επικεντρώνεται κυρίως στις υλικές υποδομές, αφήνοντας εν πολλοίς ανεπίλυτο το ζήτημα της προσέλκυσης του κοινού, την ουσιαστική αξιοποίηση αυτών των επενδύσεων και την προβολή τους στην ευρύτερη τουριστική αγορά, ενώ τα επίσημα στοιχεία που αφορούν την επισκεψιμότητα παραμένουν δραματικά χαμηλά.
