
Η πορεία χάραξης πολιτικής για την ανώτατη εκπαίδευση φανερώνει μια σαφή και συστηματική επιλογή: την αποδόμηση του ρόλου του πανεπιστημίου ως πυλώνα κοινωνικής προόδου και ελεύθερης διάχυσης της γνώσης, προκειμένου να μετατραπεί σε ένα εμπορεύσιμο προϊόν. Η απόφαση αυτή, η οποία έρχεται σε αντίθεση με βασικές αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος, είναι εμφανής μέσα από τις στοχευμένες κινήσεις που ευνοούν τη δημιουργία «deals» και στρατηγικών συνεργασιών με ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς ομίλους και όσους κατέχουν την ιδιοκτησία μεγάλων κολεγίων. Η έμφαση μετατοπίζεται από την ακαδημαϊκή αριστεία και την προσφορά ποιοτικής δημόσιας εκπαίδευσης προς την επιχειρηματική εκμετάλλευση του εκπαιδευτικού εγχειρήματος, θέτοντας σε κίνδυνο την ουσία του πανεπιστημιακού ιδεώδους και την πρόσβαση όλων των πολιτών στην ανώτερη μόρφωση. Η επιδίωξη αυτή δεν είναι απλώς μια θεωρητική αλλαγή ακαδημαϊκού μοντέλου, αλλά μια βαθιά πολιτική στροφή που, στην πράξη, οδηγεί στην ουσιαστική κατάργηση της συνταγματικής κατοχύρωσης της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης.
Το πανεπιστήμιο, από θεσμός που θεμελιώνεται στην ελεύθερη έρευνα, την κριτική σκέψη και την παροχή ίσων ευκαιριών σε όλους τους νέους, κινδυνεύει να μεταμορφωθεί σε μια αμιγώς εμπορική επιχείρηση. Η προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων και η σύμπραξη με «μεγάλους ομίλους» και «κολλεγιάρχες» υποδηλώνουν την προτεραιότητα που δίνεται στην κερδοφορία και στην παροχή πιστοποιητικών σπουδών, έναντι της ουσιαστικής επιστημονικής κατάρτισης και της δημιουργίας ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων. Αυτή η νέα πραγματικότητα δημιουργεί σοβαρές ανισότητες και υποβαθμίζει την αξία του πτυχίου. Τα σημάδια αυτής της μεταμόρφωσης είναι πλέον εμφανή στην καθημερινότητα των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Η επικέντρωση στις «συνεργασίες» με τον ιδιωτικό τομέα, συχνά με αδιαφανείς όρους και χωρίς ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο, δίνει τη δυνατότητα σε ιδιωτικούς φορείς να αποκομίζουν οφέλη από τη δημόσια εκπαίδευση, ενώ ταυτόχρονα οι ίδιοι οι δημόσιοι πόροι και η εποπτεία αποδυναμώνεται.
Η μετατροπή της γνώσης από κοινωνικό αγαθό σε είδος προς κατανάλωση και πώληση, υπονομεύει θεμελιώδεις αρχές διαφάνειας, δικαιοσύνης και ακαδημαϊκής ελευθερίας. Οι φοιτητές κινδυνεύουν να βρεθούν μπροστά σε ένα σύστημα όπου η πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από την οικονομική τους δυνατότητα, δημιουργώντας αναπαραγωγή κοινωνικών ανισοτήτων. Η στροφή προς την εμπορευματοποίηση της δημόσιας ανώτατης παιδείας εγείρει βαρύτατες ανησυχίες για το μέλλον της χώρας. Ένα πανεπιστήμιο που λειτουργεί με γνώμονα το κέρδος, αντί την επιστημονική πρόοδο και την κοινωνική προσφορά, δεν μπορεί να αποτελέσει τον κινητήριο μοχλό για την ανάπτυξη και την πρόοδο. Η «πολιτική επιλογή» να μετατραπεί η ακαδημαϊκή γνώση σε εμπόρευμα, μέσα από συμφωνίες και στρατηγικές με ιδιωτικούς ομίλους και τα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, σηματοδοτεί την υποβάθμιση του ρόλου του πανεπιστημίου και την αποδυνάμωση της δημόσιας προσφοράς του.
Είναι επιτακτική ανάγκη να σταματήσει αυτή η πορεία και να επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος του πανεπιστημίου ως χώρος ελεύθερης σκέψης και ισότιμης πρόσβασης για όλους.
