Μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον έντονης γεωπολιτικής πόλωσης και βαθιάς κρίσης στις ελληνορωσικές σχέσεις, η φωνή της ελληνικής ομογένειας στη Ρωσία αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα. Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Αγίας Πετρούπολης, κ. Ευστράτιος Σιουρδάκης, μιλά στην Εφημερίδα One Voice και στον δημοσιογράφο Λάμπρο Παπαδή με λόγο ευθύ, αιχμηρό και αποκαλυπτικό.
Η συνέντευξη φωτίζει πτυχές που σπανίως ακούγονται στον δημόσιο διάλογο: τη ζωή του ελληνισμού στη Ρωσία μετά το 2022, τις πραγματικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, αλλά και την αίσθηση πολιτικής εγκατάλειψης από την επίσημη Αθήνα. Παράλληλα, θέτει κρίσιμα ερωτήματα για τον ρόλο της Ελλάδας σε έναν κόσμο που απομακρύνεται από τη διπλωματία και επενδύει όλο και περισσότερο στη σύγκρουση, υπενθυμίζοντας ότι οι δεσμοί των λαών παραμένουν ισχυρότεροι από τις επιλογές των κυβερνήσεων.
Κύριε Σιουρδάκη, πώς θα περιγράφατε σήμερα την κατάσταση των ελληνορωσικών σχέσεων και ποια θεωρείτε ότι είναι τα βασικά σημεία ρήξης σε σύγκριση με το παρελθόν;
Στη Ρωσία πλέον λέγεται ευρέως ότι δεν υπάρχουν μη φιλικά κράτη και λαοί, αλλά υπάρχουν μη φιλικές κυβερνήσεις. Αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια, καθώς οι λαοί πάντα είχαν και εξακολουθούν να διατηρούν φιλικές σχέσεις μεταξύ τους. Η ρήξη που παρατηρούμε σήμερα εντοπίζεται αποκλειστικά σε πολιτικό επίπεδο. Δυστυχώς, η Ελλάδα παίρνει αποφάσεις που της υπαγορεύονται από τους ευρωατλαντικούς της εταίρους, δίχως να λαμβάνει υπόψη ούτε τη γνώμη του λαού της, ούτε το γενικότερο εθνικό συμφέρον και το καλό της χώρας. Αυτή η απομάκρυνση από την παραδοσιακή μας σχέση είναι το κύριο σημείο τριβής.
Ποια είναι η εικόνα του ελληνισμού στη Ρωσία πριν και μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία; Τι άλλαξε ουσιαστικά στην καθημερινότητα, στις δυνατότητες δράσης και στην αίσθηση ασφάλειας της ελληνικής κοινότητας;
Ο Ελληνισμός στη Ρωσία έχει μια ένδοξη διαδρομή άνω των δύο αιώνων. Πρέπει να θυμόμαστε ότι τους δρόμους αυτούς τους περπάτησαν προσωπικότητες όπως ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο Ιωάννης Βαρβάκης ο Μαρίνος Χαρβούρης και ο Δημήτριος Μπεναρδάκης, ο άνθρωπος που έχτισε τον ελληνικό ναό της πόλης μας και υπήρξε από τους στυλοβάτες της ρωσικής βιομηχανίας. Οι Έλληνες ιστορικά κατείχαν υψηλά αξιώματα στην τσαρική Ρωσία και αποτελούσαν τον πιο σεβαστό ξένο λαό στην επικράτειά της. Σήμερα, η ελληνική παρουσία στη Ρωσία αριθμεί δεκάδες χιλιάδες μέλη, με την κοινότητα της Αγίας Πετρούπολης να αποτελεί έναν από τους πιο ζωντανούς και ακμάζοντες πυρήνες. Παρά τις διεθνείς εξελίξεις, στην ουσία δεν άλλαξε τίποτα για εμάς στην καθημερινότητα. Η αίσθηση ασφάλειας παραμένει εξαιρετικά υψηλή, όχι μόνο για τους Έλληνες της κοινότητάς μας αλλά και για όλους τους πολίτες της πόλης.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι κυρώσεις που ακολούθησαν είχαν άμεσες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Πώς επηρέασαν συγκεκριμένα τα μέλη της ελληνικής κοινότητας στην Αγία Πετρούπολη και γενικότερα στη Ρωσία;
Κοινωνικές συνέπειες θεωρώ πως υπάρχουν κυρίως στις οικογένειες με στρατευμένους. Όσον αφορά τις οικονομικές συνέπειες, παραδόξως η οικονομία έχει μια αυξητική πορεία. Ένας λόγος είναι ότι πολλά προϊόντα, τα οποία παραδοσιακά ήταν εισαγωγής, τώρα πλέον παράγονται στη Ρωσία. Δεύτερον, το μεγάλο κύμα εθελοντών μισθοφόρων για το μέτωπο, έφερε σημαντική αύξηση στους μισθούς. Για παράδειγμα, κάποιος μπορούσε να παραιτηθεί από τη δουλειά του και την επόμενη μέρα να προσληφθεί στην ίδια εργασία με μισθό 50% υψηλότερο. Ανάλογα απολαμβάνουν αυξήσεις μισθών και τα μέλη της Ελληνικής Κοινότητας, συμμετέχοντας στην ευρύτερη οικονομική σταθερότητα της περιοχής.
Νιώσατε, ως ελληνισμός της Ρωσίας, ότι βρεθήκατε «ανάμεσα σε δύο κόσμους» μετά το 2022; Υπήρξαν στιγμές που αισθανθήκατε πολιτικά ή διπλωματικά εκτεθειμένοι;
Δεν νιώθουμε εκτεθειμένοι από τη ρωσική κοινωνία, γιατί η ιστορική μας παρουσία είναι τόσο βαθιά που μας θεωρούν αναπόσπαστο κομμάτι τους. Ωστόσο, υπάρχει μια πικρία όταν βλέπουμε την επίσημη Αθήνα να αγνοεί αυτή τη ζωντανή γέφυρα. Η απόσταση μεταξύ της κυβερνητικής πολιτικής και του αισθήματος του ελληνικού λαού είναι χαοτική. Το είδαμε αυτό πρόσφατα και στην τεράστια αποδοχή και την κοσμοσυρροή για την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, που απέδειξε ότι οι Έλληνες δεν ξεχνούν τους δεσμούς τους με τη Ρωσία. Επιπλέον, μας πονάει βαθιά η κατάσταση του ελληνισμού στις εμπόλεμες ζώνες, όπου η ιστορική μας παρουσία δοκιμάζεται. Η αίσθηση ότι η σημερινή Ελλάδα δεν αξιοποιεί αυτό το κεφάλαιο, αλλά το παραμερίζει για ξένα συμφέροντα, είναι αυτό που μας κάνει να αισθανόμαστε πολιτικά παραγκωνισμένοι.
Πώς αξιολογείτε τη στάση της Δύσης απέναντι στη Ρωσία συνολικά; Πιστεύετε ότι κυριάρχησε η λογική της αποκλιμάκωσης ή της σύγκρουσης, και ποιο είναι το τίμημα αυτής της επιλογής για τους λαούς;
Η Ευρώπη δυστυχώς δεν αναζητά τον διάλογο, αλλά αντίθετα κλιμακώνει την ένταση. Είναι ανιστόρητο και αδιέξοδο να επιχειρείται ο πλήρης αποκλεισμός της Ρωσίας, πολιτιστικός, αθλητικός και οικονομικός, όταν πρόκειται για τη μεγαλύτερη ορθόδοξη χώρα και αναπόσπαστο τμήμα της Ευρώπης. Η Ρωσία ακολουθεί μια πάγια τακτική υπεράσπισης των ζωτικών συμφερόντων της απέναντι στην επέκταση του ΝΑΤΟ. Η επιλογή της Δύσης να αρνηθεί τη διπλωματία και να προκρίνει τη σύγκρουση έχει βαρύ τίμημα, το οποίο πληρώνουν οι ίδιοι οι ευρωπαϊκοί λαοί μέσα από την ενεργειακή και οικονομική κρίση.
Ποια είναι η προσωπική σας εκτίμηση για τη σημερινή διεθνή κατάσταση; Θεωρείτε ότι ο κόσμος οδηγείται σε μια νέα, πιο επικίνδυνη περίοδο γεωπολιτικής πόλωσης;
Βλέπω με μεγάλη ανησυχία ότι η Ευρώπη άρχισε να στηρίζει την «πολεμική οικονομία» και δεν επιδιώκει κανέναν ουσιαστικό διάλογο με τη Ρωσία. Αυτή η στροφή προς τον μιλιταρισμό και τη ρητορική του πολέμου, αντί για την αναζήτηση μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας, μας οδηγεί σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη περίοδο πόλωσης. Όταν η διπλωματία σιωπά, ο κίνδυνος για μια ευρύτερη ανάφλεξη μεγαλώνει.
Πώς κρίνετε τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης από την έναρξη της ουκρανικής κρίσης μέχρι σήμερα; Υπήρξαν επιλογές που, κατά τη γνώμη σας, απομάκρυναν την Ελλάδα από τον παραδοσιακό της ρόλο ως γέφυρα διαλόγου;
Η ελληνική κυβέρνηση είχε ίσως τη χειρότερη στάση από όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, ακόμα και από τις ΗΠΑ. Δεν έλαβε υπόψη ούτε τα εκατομμύρια των Ρώσων τουριστών, ούτε τις τεράστιες εξαγωγές προϊόντων μας που στηρίζουν τον Έλληνα παραγωγό. Αντίθετα, χώρες όπως η Ουγγαρία αντιστάθηκαν στις υποδείξεις, βάζοντας την ευημερία του λαού τους πάνω από τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών ελίτ. Η Ελλάδα δυστυχώς έχασε την ευκαιρία να παραμείνει η απαραίτητη γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Θεωρείτε ότι η ελληνική διπλωματία έλαβε επαρκώς υπόψη της την παρουσία και τις ανάγκες του ελληνισμού στη Ρωσία όταν διαμόρφωνε τη στάση της απέναντι στη σύγκρουση;
Η Ελλάδα δυστυχώς δεν έλαβε υπόψη ούτε τη βούληση του συνόλου του λαού της πριν αποστείλει οπλισμό στην Ουκρανία. Από αυτό και μόνο συμπεραίνουμε με βεβαιότητα πως δεν λήφθηκε υπόψη ούτε η ομογένεια. Οι ανάγκες χιλιάδων Ελλήνων που ζουν και δραστηριοποιούνται στη Ρωσία, καθώς και οι ιστορικές κοινότητες στις περιοχές των συγκρούσεων, φάνηκαν να έρχονται σε δεύτερη μοίρα μπροστά στις δεσμεύσεις της κυβέρνησης προς τους συμμάχους της.
Ποιος πιστεύετε ότι θα μπορούσε —ή θα έπρεπε— να είναι ο ρόλος της Ελλάδας στο μέλλον: ένας άκριτος σύμμαχος στρατηγικών επιλογών ή ένας παράγοντας ισορροπίας και διαλόγου σε μια ταραγμένη διεθνή σκηνή;
Η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι το καμάρι της διεθνούς διπλωματίας και όχι ο «πρόθυμος μικρός» για τις δύσκολες δουλειές των άλλων. Έχει το ιστορικό βάθος και το γεωπολιτικό εκτόπισμα να είναι παράγοντας ισορροπίας. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει μια ελληνική κυβέρνηση αντάξια του ένδοξου ελληνικού έθνους, που θα τολμά να χαράσσει αυτόνομη πολιτική με γνώμονα το εθνικό συμφέρον.
Κλείνοντας, ποιες είναι οι ευχές σας για τη νέα χρονιά; Τι ελπίζετε τόσο για τον ελληνισμό της Ρωσίας όσο και για τη διεθνή κατάσταση σε μια περίοδο παρατεταμένης αβεβαιότητας;
Ο Ελληνισμός της Ρωσίας, από την εποχή του Καποδίστρια ως και σήμερα, από τη μια ανθεί και από την άλλη μελαγχολεί βλέποντας τι συμβαίνει στην πατρίδα. Για τη νέα χρονιά, εύχομαι πάνω από όλα ειρήνη και λογική. Ελπίζω σε μια αυτόνομη, ανεξάρτητη Ελλάδα με πραγματική ανάπτυξη, διαφάνεια και κράτος δικαίου. Μια πατρίδα που θα αγκαλιάζει όλα τα παιδιά της, όπου κι αν βρίσκονται, και θα στέκεται με αξιοπρέπεια στη διεθνή σκηνή.
Πηγή: Εφημερίδα One Voice
